Ακούγοντας δίσκους τον Απρίλιο και το Μάιο, part 2 (2019)

Έτοιμο και το δεύτερο μέρος. Και αυτό είναι ιδιαίτερα ογκώδες. 37 δίσκους περιλαμβάνει αυτή η έκδοση, και έχει επιστρατευτεί ξανά και ο Λεωνίδας Παπαδόδημας για να συνεισφέρει, γιατί δεν έβγαινε αλλιώς. Ψάχνω να βρω μία έξυπνη ατάκα τύπου “δίσκοι υπάρχουν, αυτιά δεν υπάρχουν αρκετά”, αλλά δεν βρίσκω κάτι αρκετά καλό. Έπεται όμως συνέχεια γιατί ο Λεωνίδας θα συνεχίσει για ένα ακόμα διάστημα να συνεισφέρει με τις δικές του απόψεις, και ίσως σύντομα να υπάρχει κι άλλη συμμετοχή. Και, φυσικά, υπάρχει και το background σχέδιο μίας καινούριας πλατφόρμας. Για την ώρα όμως, δίσκοι.

Leverage – DeterminUs (Finland) – 44,5

Αδιάφορος και βαρετός δίσκος. Έκατσα να τον ακούσω στο λεωφορείο και παραλίγο να χασω την στάση που έπρεπε να κατέβω επειδή με πήρε ο ύπνος. Οι συνθέσεις, μέτριες και άνευρες, ακροβατούν μεταξυ του heavy/power και του AOR. Η έντονη παρουσία των πλήκτρων στη μίξη όχι μόνο δεν εντείνει την ατμόσφαιρα που φαντάζομαι ότι ήθελε να αναδείξει το συγκρότημα, αλλά επιπλέον καλύπτει σε μεγάλο βαθμό τις ήδη ψιλο-ανύπαρκτες κιθάρες, αφήνοντας μόνο τα solos να ακούγονται καθαρα. Το μόνο αξιόλογο σημείο του album είναι οι σχετικά καλές ερμηνείες του Kimmo Blom, που δυστυχώς αδικούνται από το συνολικό αποτέλεσμα. Λ.Π.

Nightrage – Wolf To Man (Greece) – 76,5

Οι Nightrage δεν με έχουν απογοητεύσει ποτέ και συνεχίζουν να μην το κάνουν. Melodic death metal με τις κιθάρες στο επίκεντρο, ακραία φωνητικά που ακολουθούν κατά πόδας και πεντακάθαρη παραγωγή. Το drumming του Στάμογλου κάνει το mood ακόμα πιο επιθετικό, καθώς κοπανιέται λυσσασμένα πίσω από τα drums σαν να μην υπάρχει αύριο. Στα καλά του δίσκου επίσης προστίθεται και το γεγονός ότι δεν υπάρχει κανένας guest. Το album σίγουρα απέχει από τα αριστουργήματα του παρελθόντος και συνθετικά δεν προσφέρει κάτι καινούριο. Όμως μου δίνει αυτό που περίμενα και ήθελα να ακούσω. Λ.Π.

Hath – Of Rot And Ruin (USA) – 92,5

Progressive Blackened Death Metal. Πριν ακούσω τον συγκεκριμένο δίσκο είχα την απορία πώς θα μπορούσαν να συνδυαστούν όλα αυτά τα στυλ. Οι Hath μου έδωσαν την απάντηση. Odd time signatures, blastbeats, σιδηροδρομικά (και όχι μόνο) riffs, ατμοσφαιρικές μελωδίες, ακουστικά περάσματα, growls και shrieks. Όλα μαζί σε ένα μείγμα που σε αφήνει με ανοιχτό το στόμα. Και όλα άρτια κατανεμημένα χάρη στις άψογες ενορχηστρώσεις και την εξαιρετική παραγωγή. Πραγματικά δεν ξέρω τι με συνάρπασε περισσότερο. Οι κιθάρες, τα φωνητικά, ή το rhythm section. Μάλλον τελικά ο δίσκος στο σύνολο του. Λ.Π.

Antropomorphia – Merciless Savagery (Netherlands) – 60

Σε γενικές γραμμές συμπαθητικός δίσκος, αν και περισσότερο safe από όσο θα έπρεπε. Το death metal των Antropomorphia, πατάει σε μονοπάτια που όποιος γνωρίζει το συγκρότημα τα έχει ξανακούσει. Ο δίσκος έχει βέβαια κάποιες καλές στιγμές, κυρίως στα πιο γρήγορα κομμάτια, όπως για παράδειγμα το Apocalyptic Scourge, ή το πιο groove-άτο Cathedral Ov Tombs. Από εκεί και πέρα όμως, οι συνθέσεις, οι ενορχηστρώσεις και η συνολική εκτελεστική απόδοση της μπάντας περιστρέφονται γύρω από τις σφαίρες του μέτριου και του αναμενόμενου. Την κατάσταση κάπως σώζουν οι βλάσφημοι στίχοι μαζί με το όλο black/death image που προωθεί το συγκρότημα (με εξαίρεση τα “v” αντί για “f” στις λέξεις, τα οποία μόνο γέλια μου φέρνουν) και η σχετικά καλή παραγωγή. Λ.Π.

Enforcer – Zenith (Sweden) – 85

Αρκετά διαφοροποιημένο album σε σχέση με τα προηγούμενα. Κυρίως στο κομμάτι των ταχυτήτων, οι οποίες είναι αρκετά πεσμένες. Μόνη σύνδεση με το παρελθόν τα Searching For You και Thunder And Hell. Το συνολικό αποτέλεσμα όμως είναι για άλλη μια φορά απολαυστικό, καθώς συνεχίζουν να μας προσφέρουν πορωτικά riffs και solos, και συναυλιακά ρεφρέν που μας κολλάνε στο μυαλό. Τι κι αν ακούγονται σαν 80’s hard rock μπάντα στο εναρκτήριο κομμάτι; Τι σημασία έχει αν το κουπλέ του The End Of The Universe μοιάζει με εκείνο του For Whom The Bell Tolls ή αν το Ode To Death θα μπορούσαν να το έχουν γράψει οι Manowar; Καμία. Οι Enforcer ποτέ δεν προσπάθησαν να ακουστούν πρωτότυποι. Μπαίνουν στο studio με γνώμονα το να περάσουν καλά και μαζί με αυτούς να περάσουμε καλά και εμείς. Και το καταφέρνουν μια χαρά. Λ.Π.

Sabbath Assembly – A Letter Of Red (USA) – 45,24

Είχαν ξεκινήσει καλύτερα. Ο συγκεκριμένος δίσκος από τα μισά και μετά γίνεται απίστευτα βαρετός. Μπορεί να προσπαθούν να τονίσουν τον doom χαρακτήρα τους, αλλά καταλήγουν να ακούγονται βαρετοί και ανούσιοι.

Astral Doors – Worship Or Die (Sweden) – 72,63

Η ιδιαιτερότητα της χροιάς του Johansson συνεχίζει να είναι το βασικό ατού τους. Από εκεί και πέρα, σφιχτό και καλά δεμένο heavy metal, όπως πάντα. Δεν εκπλήσσει, ούτε ξαφνιάζει. Αλλά είναι τίμιο και με ογκώδη παραγωγή. Και το σημαντικότερο είναι ότι δεν καταφεύγει σε φτηνά κόλπα. Πέραν των προαναφερθέντων, πρέπει να γράψω και κάτι για τους στίχους, μιας και καταπιάνονται και με θέματα εκτός βασικής heavy θεματολογίας. Και συγκεκριμένα, μιλάω για το Marathon, που αναφέρεται στην βομβιστική επίθεση κατά τη διάρκεια του Μαραθωνίου της Βοστώνης.

Zaum – Divination (Canada) – 30,84

Στα πρώτα λεπτά του Relic που ανοίγει τον δίσκο, νόμιζα ότι άκουγα κάποιο από τα cd που πουλάνε διάφοροι απόγονοι Ινδιάνων και Ίνκας (ή, ξέρω ‘γω τι) στο Μοναστηράκι. Μετά μπήκε και η υπόλοιπη μπάντα. Και τα toms ακούγονται σαν απόκοσμα τύμπανα (και καλά), η φωνητική γραμμή είναι βαρετή και ευθεία, οι κιθάρες παίζουν το bare minimum για να μπορέσει να χαρακτηριστεί η σύνθεση ως τραγούδι. Και κάπως έτσι πάει σε όλο το 18λεπτο μήκος του. Και κάπως έτσι συνεχίζει και ο υπόλοιπος δίσκος.

Lord Dying – Mysterium Tremendum (USA) – 75,85

Από τη μία πλευρά, έχουμε πολύ καλές συνθέσεις. Δουλεμένες στις λεπτομέρειες, και με νόημα και ροή. Ειδικά το The End Of Experience, που ήταν το τραγούδι που ξεχώρισα. Από την άλλη, θα ήθελα προσωπικά να είναι λίγο πιο «βρώμικο» το αποτέλεσμα. Μοιάζει στα αυτιά μου λίγο παραπάνω clean cut από όσο θα ήθελα. Από τη στιγμή που παίζουν sludge, δεν θα έπρεπε να κάνει και λίγο θόρυβο;

The Lumberjack Feedback – Mere Mortals (France) – 87,31

Παίζουν sludge. Βάζουν μέσα στοιχεία από διάφορα άλλα είδη. Μιας και οι συνθέσεις τους είναι ορχηστρικές, έχουν την δυνατότητα να βάλουν μέσα ότι γουστάρουν (που λέει ο λόγος). Το πλεονέκτημά τους είναι πως τα πρόσθετα μοιάζουν τόσο φυσικά μέσα στον χώρο των συνθέσεών τους. Και μιλάω τόσο για doom στοιχεία, όσο και για post και black στοιχεία. Αλλά το στοιχείο που τους διαφοροποιεί από όλα τα υπόλοιπα sludge ορχηστρικά συγκροτήματα είναι οι 2 drummers, και το γεγονός ότι δεν υπάρχουν απλά για το εφφέ και την προσθήκη φυσικού όγκου στον ήχο. Δεν παίζουν συνεχώς τα ίδια και οι δύο, κοινώς.

Amon Amarth – Berserker (Sweden) – 73,05

Ξεκινάει ο δίσκος. Ακούω την εισαγωγή του Fafner’s Gold. Όποιος το έχει ακούσει και δεν του ήρθε στο μυαλό το Battery, είναι κουφός. Απλά, κουφός. Από εκεί και πέρα, ξέρουμε όλοι πολύ καλά τι περιμέναμε να υπάρχει σε αυτόν τον δίσκο. Και, ναι, όλα όσα περιμέναμε είναι εκεί. Είναι εντυπωσιακό το πόσο σταθεροί/στάσιμοι έχουν γίνει/μείνει όλα αυτά τα χρόνια οι Amon Amarth και όμως συνεχίζουν να μου αρέσουν, να μην τους βαριέμαι και να περιμένω κάθε καινούρια κυκλοφορία. Εδώ και 10 δίσκους κάνουν τα ίδια πράγματα (περίπου – μεγάλη συζήτηση). Και όμως, μοιάζει σαν να είναι ο 3ος τους μόλις. Βασικά, το μόνο αρνητικό είναι ότι ο δίσκος έχει 3-4 fillers που θα μπορούσαν είτε να έλειπαν, είτε να είχαν ένα ρεφρέν λιγότερο. Μία ώρα δίσκος σε melodic death metal μπάντα με Viking θεματολογία είναι ελαφρώς too much.

Danko Jones – A Rock Supreme (Canada) – 55,5

Το πρόβλημα με τους Danko Jones και σε αυτό το album, όσο και στα προηγούμενα, είναι το ότι ενώ οι συνθέσεις τους δεν είναι άσχημες, δεν προσφέρουν κάτι το αξιομνημόνευτο. Ένα solo, ένα riff, μια φωνητική γραμμή, τίποτα. Όλα flat. Αυτό το ευδιάθετο μεν, αδιάφορο δε hard rock με ψήγματα από garage, stoner, punk και blues rock, θα το ακούσεις (ίσως) σε κάποιο «ψαγμένο» rock bar πίνοντας την μπύρα σου, ή στο ραδιόφωνο. Και θα το ακούσεις ευχάριστα, χωρίς να σε χαλάσει. Απλά μετά δεν θα θυμάσαι ότι το άκουσες. Λ.Π.

Jordan Rudess – Wired For Madness (USA) – 43,5

Ο δίσκος είναι ένα progressive όργιο. Ειδικά στα δύο πρώτα κομμάτια, όπου ακόμα και ο πιο εξοικοιωμένος ακροατής χρειάζεται να γυρίσει πίσω και να τα ξανακούσει για να καταλάβει τι γίνεται. Όμως, επειδή το βασικό όργανο του Rudess είναι ότι έχει πλήκτρα, τα υπόλοιπα όργανα είναι αδικημένα σε επίπεδο ρόλων, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των καλεσμένων του. Και όχι τόσο τα drums, μιας και οι Morgenstein και Minnemann είναι δύο drummers που κάνουν έντονα αισθητή την παρουσία τους, όσο οι κιθάρες. Τα μόνα κιθαριστικά μέρη που ξεχωρίζουν είναι το solo του Bonamassa στο Just Can’t Win και το duel του Vinnie Moοre με τα πλήκτρα στο Why I Dream. Ο Govan παίζει ένα χλιαρό solo στο Off The Ground, ενώ τον Petrucci τον ψάχνουμε. Αυτή η υπερπληθώρα πλήκτρων εμένα με κούρασε, παρότι αναγνωρίζω το ταλέντο, την δημιουργικότητα και την «τρέλα» του Rudess. Επίσης αναρωτιέμαι. Πού είναι αυτή η δημιουργικότητα και η τρέλα και γιατί λείπει από τους τελευταίους δίσκους των Dream Theater; Λ.Π.

Devin Townsend – Empath (Canada) – 100

Ο Devin Townsend είναι ένας καλλιτέχνης που δεν τον έχω ψάξει όσο θα ήθελα. Για την ακρίβεια, ο συγκεκριμένος δίσκος είναι ο πρώτος που τον ακούω εξ ολοκλήρου και έχω να πώ αυτό: Υπάρχουν progressive μπάντες, υπάρχουν progressive solo καλλιτέχνες και υπάρχει και ο Devin Townsend. Ο άνθρωπος είναι μια κατηγορία μόνος του, καθώς ο όρος progressive metal δεν είναι αρκετός για να περιγράψει τη μουσική του. Πραγματικά νομίζω ότι δεν υπάρχουν ούτε αρκετές, ούτε και οι σωστές λέξεις για να την χαρακτηρίσω. Ο δίσκος πέρασε από πάνω μου σαν ένας οδοστρωτήρας από νότες και το μόνο που θέλω να κάνω είναι να τον ξανακούσω. Και μαζί με αυτόν, να ακούσω και να ανακαλύψω όλες τις προηγούμενες δουλειές αυτής της μουσικής ιδιοφυίας που ακούει στο όνομα Devin Townsend. Λ.Π.

Belzebubs – Pantheon Of The Nightside Gods (Unknown) – 72

Μερικές φορές το καλό πράγμα σου έρχεται από εκεί που δεν το περιμένεις. Όπως για παράδειγμα από μια fictional μπαντα εμπνευσμένη από comic. Τίμιο, αξιοπρεπές και σοβαρό melodic blackened death metal που ισορροπεί μεταξύ τραχύτητας και μελωδικότητας. Τα έντονα πλήκτρα και τα πολλά συμφωνικά αλλά και ακουστικά μέρη το κάνουν πιο «εύπεπτο» και προσιτό σε πιο mainstream αυτιά, χωρίς όμως να λείπουν και οι πιο δυνατές και σκοτεινές στιγμές. Δύο από αυτές είναι το εναρκτήριο Cathedrals Οf Mourning καθώς και το Dark Mother. Δύο εξαίσια δείγματα ατόφιου συμφωνικού black metal, που θα μπορούσαν άνετα να έχουν γραφτεί από τους Dimmu Borgir, αν σοβαρεύονταν λίγο. Λ.Π.

Theories – Vessel (USA) – 57,5

Τεχνικό, γρήγορο και καλοπαιγμένο death metal με grindcore προσέγγιση στα φωνητικά. Ευτυχώς οι διάρκειες δέν είναι εξωφρενικά μικρές, οπότε riffs, blastbeats, breaks κλπ, δεν είναι μπουρδουκλωμένα και στοιβαγμενα το ένα πάνω στο άλλο και βγαίνει ένα κάποιο νόημα. Στο δε Taking Up Space, που κρατάει σχεδόν 6 λεπτά(!), φτάνω να ακούσω μέχρι και solo(!). Τι να το κάνω όμως, που η παραγωγή είναι για άλλη μια φορά άσχημη και μου χαλάει τη χαρά; Tα φωνητικά του Powell ακούγονται σαν να έχει τυλίξει γύρω από το στόμα του σελοφάν, ενώ άλλοτε καλύπτουν τις κιθάρες και άλλοτε οι κιθάρες καλύπτουν αυτά. Από την άλλη το ταμπούρο του Axler, είτε θα ακούγεται σαν αυτό του Lars Ulrich στο St. Anger, είτε θα ακούγεται σαν να βαράει ξύλινο σκαμπό. Κρίμα γιατί συνθετικά είχε ένα ενδιαφέρον. Λ.Π.

Ketzer – Cloud Collider (Germany) – 76,5

Το να αναμείξεις black και thrash metal είναι σχετικά εύκολο. Το να το κάνεις σωστά και ωραία είναι μια άλλη υπόθεση και οι Ketzer το καταφέρνουν μια χαρά. Οι συνθέσεις στέκονται κάπου στη μέση μεταξύ των δύο ειδών. Οι κιθάρες κλίνουν προς το thrash, τα ακραία φωνητικά είναι σαφέστατα black και τα drums με το μπάσο να ισορροπούν κάπου στη μέση γέρνοντας πότε από τη μια και πότε από την άλλη πλευρά. Έχοντας σαν προσωπικό σημείο αναφοράς για το είδος τους Aura Noir και τους Absu, μπορώ να πω ότι οι Ketzer στέκονται κάπου ανάμεσα σε αυτά τα δύο συγκροτήματα. Πιο ατμοσφαιρικοί από τους πρώτους (και με απείρως καλύτερη παραγωγή), πιο «γήινοι» τόσο στις τεχνικές όσο και στη θεματολογία από τους δεύτερους. Και το αποτέλεσμα ένας αρκετά ισορροπημένος, και προσεγμένος δίσκος. Λ.Π.

Tanagra – Meridiem (USA) – 89,5

Η μόνη λέξη με την οποία μπορώ να χαρακτηρίσω το συγκεκριμένο album είναι «όμορφο». Όμορφη μουσική, όμορφοι στίχοι, όμορφη παραγωγή. Οι Tanagra αντλούν τις μουσικές τους ιδέες από το παραδοσιακό heavy, το progressive, το power και το symphonic metal. Ωστόσο έχουν καταφέρει να πάρουν μόνο τα καλά στοιχεία από αυτά τα είδη και κανένα από τα κλισέ τους. Όυτε δυσνόητες εναλλαγές ρυθμών και ταχυτήτων, ούτε υπερβολικές «επικούρες», ούτε αχρείαστα υπερμεγέθη συμφωνικά μερη. Κάθε riff, κάθε solo, κάθε break στα drums και κάθε μελωδία στα πλήκτρα, έχει μελετηθεί, έχει τοποθετηθεί εκεί που πρέπει και διαρκεί όσο πρέπει. Το μόνο ψεγάδι, και αυτό όχι σε όλο το album, είναι ότι τα φωνητικά σε κάποια σημεία ακούγονται λίγο αδύναμα σε σχέση με την υπόλοιπη ενορχήστρωση. Από εκεί και πέρα όμως, όλα καλά. Και το πιο εκπληκτικό είναι ότι σε κανένα σημείο η μουσική και ο ήχος δεν μου θύμισε κάποιο άλλο συγκρότημα. Προσπάθησα να βρω αναφορές σε άλλες μπάντες από τα προαναφερθέντα είδη και δεν βρήκα καμία. Και αυτό είναι σπάνιο. Λ.Π.

Inter Arma – Sulphur English (USA) – 96,5

Όταν ανακατεύεται το black με το death, το doom και το sludge metal μαζί με ολίγο από post, το αποτέλεσμα είναι ζοφερό, παγωμένο, βίαιο, λασπωμένο και άρρωστο. Riffs που σου πριονίζουν αργά και βασανιστικά το μυαλό, τύμπανα που σε χτυπάνε ανελέητα στο στομάχι, φωνητικά που σε στοιχειώνουν και αποπνικτική ατμόσφαιρα. Οι Inter Arma μου καταστρέφουν την ψυχολογία κυκλοφορώντας τον καλύτερο δίσκο μέχρι στιγμής στην καριέρα τους. Λ.Π.

Cosmic Putrefaction – At The Threshold Of The Greatest Chasm (Italy) – 18,5

Ο δίσκος έχει δύο βασικά προβλήματα. Μικρά σε διάρκεια τραγούδια και κακή παραγωγή. Στην πρώτη περίπτωση, οι μικρές διάρκειες των τραγουδιών αφήνουν τις συνθέσεις ανολοκλήρωτες και εν τέλει δεν καταλαβαίνουμε τι είδους death metal θέλει να παίξει αυτό το μονομελές project. Θέλει να παίξει brutal, progressive ή ατμοσφαιρικό death metal; Ή μήπως κάτι που να συνδυάζει και τα τρία; Δεν ξέρω. Και μάλλον ούτε ο ίδιος ο «καλλιτέχνης» ξέρει. Όσο για την κακή παραγωγή, τι να πω; Άλλοτε πνίγονται τα φωνητικά. Άλλοτε οι κιθάρες είναι τόσο μπροστά που θάβουν τις μπότες απο τα drums. Όσο για τα πιατίνια, ούτε λόγος. Άθλια. Ευτυχώς που τα τραγούδια είναι μικρά και το μαρτύριο τελειώνει σε λιγότερο από μισή ώρα. Λ.Π.

Rodrigo y Gabriela – Mettavolution (Mexico) – 100

Κάθε δίσκος τους είναι μια πραγματική απόλαυση και ο συγκεκριμένος δεν αποτελεί εξαίρεση. Ο Rodrigo και η Gabriela έχουν ένα σπάνιο, αν όχι μοναδικό, ταλέντο. Να παίρνουν τις παραδοσιακές τεχνικές του flamenco, να τις φιλτράρουν μέσα από ένα rock και metal πρίσμα και να προσφέρουν ένα μοντέρνο και μαγευτικό αποτέλεσμα. Για άλλη μια φορά, τα τραγούδια στην πλειοψηφία τους κινούνται στους γρήγορους ρυθμούς που το ντουέτο μας έχει συνηθίσει. Μοναδική εξαίρεση το πιο mid tempo Electric Soul, που με την πιο laid back διάθεση του λειτουργεί σαν ένα χαλαρωτικό διάλειμμα. Βεβαια, σαν λάτρης των Pink Floyd, αναπόφευκτα το μεγαλύτερο μέρος της προσοχής πήγε στη διασκευή του Echoes που κλείνει το album. η οποία ήταν αναμενόμενα εκπληκτική. Λ.Π.

L’Acephale – L’Acephale (USA) – 86,5

Από τους πιο εμπνευσμένους black metal δίσκους που έχω ακούσει τον τελευταίο καιρό. Οι dark ambient μελωδίες δένουν τέλεια με τα πιο παραδοσιακά ατμοσφαιρικά black μέρη κάνοντας το σκηνικό ακόμα πιο σκοτεινό και ανατριχιαστικό πρίν ή μετά την καταιγίδα από riffs, blastbeats και shrieking κραυγών. Οι στίχοι είναι και αυτοί εξαιρετικοί, ενώ η χρήση της γαλλικής και της γερμανικής γλώσσας είναι πολύ έξυπνη ιδέα. Το μόνο που με κούρασε λίγο από ένα σημείο και μετά ήταν οι μεγαλύτερες, από όσο θα έπρεπε, διάρκειες των συνθέσεων. Αν δηλαδή τα κομμάτια ήταν 1-2 λεπτά μικρότερα, θα ήταν το ιδανικό. Κατά τ’ άλλα όλα άψογα. Λ.Π.

Tillian – Lotus Graveyard (Israel) – 78,5

Έχοντας ακούσει αρκετό τεχνικό progressive rock και metal τον τελευταίο καιρό, με χαροποίησε ιδιαίτερα που οι Tillian ακολουθούν έναν άλλο δρόμο. Αυτόν του πιο συναισθηματικού και μελωδικού progressive rock. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι είναι και τελείως απλοϊκοί στις συνθέσεις τους. Και αριστοτεχνικά solos διαθέτουν, και «παίζουν» με τις δυναμικές, τους ρυθμούς και τις ταχύτητες. Απλά, το συγκρότημα προσανατολίζεται περισσότερο στο να δημιουργήσει εικόνες, όχι στο να κάνει διαγωνισμό δεξιοτεχνίας μεταξύ των μελών. Σε αυτό το μήκος κύματος κινούνται και τα φωνητικά, με τις πολύ όμορφες ερμηνείες της βασικής τραγουδίστριας Leah Marcu να τίθενται επικεφλής ξεχωρίζοντας με τον λυρισμό και την θεατρικότητα τους. Πολλά υποσχόμενο ντεμπούτο. Μου άνοιξε την όρεξη για τη συνέχεια. Λ.Π.

Lord Vicar – The Black Powder (Finland) – 92,50

Ο δίσκος ανοίγει με ένα απίστευτο έπος 17 λεπτών, που ισοπεδώνει ότι βρει μπροστά του. Είναι ογκώδες, είναι βαρύ, είναι λυρικό, έχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να σε «κρατήσει» και στα 17 λεπτά, and then some. Ο υπόλοιπος δίσκος κυλάει με 7 πολύ καλές συνθέσεις αργού, Ευρωπαϊκού doom metal. Με πολλά στοιχεία τόσο από Black Sabbath, όσο και από doom/death μπάντες όπως οι Paradise Lost. Βέβαια, θα βρείτε και κάποια στοιχεία Αμερικάνικης σχολής, αλλά η Ευρώπη κυριαρχεί. Μέχρι να φτάσετε στο A Second Chance που κλείνει το δίσκο. Άλλο ένα έπος, 10 λεπτών αυτή τη φορά, που αγγίζει τα όρια του funeral doom.

Pectora – Untaken (Denmark) – 68,21

Η περιγραφή των Pectora στο ντεμπούτο τους είναι απλή. Οι Metallica παίζουν ένα μίγμα του ήχου τους με N.W.O.B.H.M., και στο μικρόφωνο έχουμε έναν τραγουδιστή που ακούγεται σαν μίξη του Hetfield με κάποια στοιχεία του Chad Kroeger και τη χροιά του Sully Erna. Τώρα, το αν σας αρέσει αυτό είναι τελείως υποκειμενικό. Η αλήθεια είναι ότι για εμένα έχει ένα ενδιαφέρον. Λαμβάνοντας υπόψιν ότι είναι και ντεμπούτο, θα το κρατήσω αλλά θα περιμένω και τις επόμενες δουλειές για να δω την εξέλιξή τους.

Stellar Master Elite – Hologram Temple (Germany) – 37,69

Η παραγωγή που (δεν) έχει γίνει στα drums είναι τόσο άθλια, που ουσιαστικά δεν μπορώ να ακούσω τον δίσκο. Πέραν του διάχυτου και σπαστικού hi hat που μοιάζει σα να βαράει «στο γάμο του Καραγκιόζη», έχουν γίνει τραγικά λάθη στην παραγωγή. Σε πολλά σημεία οι συχνότητες πέφτουν η μία πάνω στην άλλη, με αποτέλεσμα το hi hat να κρύβει τις κιθάρες, και η μπότα το μπάσο.

Whitesnake – Fresh & Blood (England) – 58,01

Ο «Γιάννης Πάριος» της rock, επέστρεψε. Η παραγωγή σε αυτόν το δίσκο είναι πολύ καλή, και ειδικότερα στις κιθάρες. Φυσικά, επιστρατεύονται όλα τα απαραίτητα κόλπα για να κρυφτούν οι αδυναμίες στη φωνή του Coverdale. Σε αυτό συνεισφέρουν και τα χορωδιακά φωνητικά. Το βασικό πρόβλημα του δίσκου είναι ότι σε επίπεδο στίχων δεν έχει γίνει καμία σοβαρή προσπάθεια. Μοιάζουν σαν να βγήκαν από κάποιο generator στο οποίο μπήκαν όλοι οι στίχοι που έχει γράψει ποτέ του, και το αποτέλεσμα να είναι ένα αυτοματοποιημένο γενικό τραγούδι που στιχουργικά θυμίζει Coverdale και Whitesnake. Ο συγκεκριμένος δίσκος είναι μία αξιοπρεπής «δικαιολογία» να βγει το συγκρότημα σε περιοδεία, στη διάρκεια της οποίας σε 20άρι σετ θα παίζει 2-3 από αυτόν τον δίσκο (εναρκτήριο και άλλα 2 maximum), και τα υπόλοιπα 17-18 θα είναι τα κλασικά για τα οποία θα συνεχίζει ο κόσμος να πηγαίνει στις συναυλίες τους.

Albez Duz – Enigmatic Rites (Germany) – 38,43

Ένας μπερδεμένος δίσκος που προσπαθεί να είναι doom, αλλά να προκαλεί και ένα αίσθημα φόβου που δεν του βγαίνει. Εντυπωσιακός θα ήταν μία λέξη που θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω. Αλλά η εντύπωση δημιουργείται από απλά κόλπα και δεν είναι αληθινή. Ουσιαστικά, για εμένα, είναι ένας βαρετός δίσκος. Δεν έχει νόημα.

Sunn O))) – Life Metal (USA) – 100

Αναλυτικά για τον δίσκο και τους Sunn O))), εδώ.

 

Smoulder – Times Of Obscene Evil And Wild Daring (Canada) – 63,5

Epic heavy/doom metal με fantasy θεματολογία. Στη θεωρία αυτές οι λέξεις δεν προμηνύουν κάτι το ενδιαφέρον. Και η αλήθεια είναι ότι και στην πράξη, αυτό που κάνουν οι Smoulder δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της τραγουδίστριας να δώσει το κάτι παραπάνω. Αυτό όμως που μένει εν τέλει, είναι ένα ξαναζεσταμένο, όχι και πολύ καλά μαγειρεμένο μείγμα από Solitude Aeturnus, Cirith Ungol, Manilla Road και παλιούς Candlemass, σερβιρισμένο απλά με μια καλή παραγωγή. Η αίσθηση δε που σου δίνει, είναι ακριβώς η ίδια με αυτή του ξαναζεσταμένου χτεσινού φαγητού. Θα το φας αν είσαι πεινασμένος, αλλά δεν θα το απολαύσεις. Λ.Π.

Monkey3 – Sphere (Switzerland) – 85

Στον καινούριο δίσκο τους οι Monkey3 κάνουν μια επιστροφή στο παρελθόν, συνεχίζοντας από εκεί που τελείωσε το The 5th Sun. Οι κιθάρες και τα πλήκτρα εναλλάσσονται στους πρωταγωνιστικούς ρόλους σε ένα διαρκές και απογειωτικό psychedelic/space γαϊτανάκι, υπό την σκιά των Pink Floyd. Οι πιο «γήινες» στιγμές του album βρίσκονται στο πιο heavy oriented Mass, που που διαθέτει και ένα φοβερό solo, και στο αρκετά πιο χαλαρό, Ida. Η προσθήκη φωνητικών στην προηγούμενη τους δουλειά θεωρώ ότι ήταν ένα πείραμα που δεν πέτυχε και αυτό φαίνεται από το πόσο «γεμάτες» είναι οι συνθέσεις στο Sphere. Το συγκρότημα ήταν πάντα καλό στο να αφήνει τη μουσική του να μιλάει. Έτσι, αυτή την επιστροφή στο αμιγώς instrumental ύφος τους την χάρηκα ιδιαίτερα. Λ.Π.

Spotlights – Love & Decay (USA) – 38,5

Το συγκρότημα περιγράφει τον ήχο του με τον όρο “sludgegaze”, μια μίξη δηλαδή sludge και shoegaze. Η αλήθεια είναι όμως ότι συνθετικά στέκονται περισσότερο κοντά στο δεύτερο. Η κατάθλιψη ξεχειλίζει ακόμα και στα πιο up tempo σημεία, τα καθαρά φωνητικά είναι εντελώς άνευρα και το μόνο που παραπέμπει κάπως στο sludge είναι η βαριά παραμόρφωση στις κιθάρες. Το shoegaze με άφηνε πάντα παγερά αδιάφορο όσο αδιάφορος και βαρετός είναι και ο συγκεκριμένος δίσκος. Λ.Π.

Arch/Matheos – Winter Ethereal (USA) – 71,83

Για να περιγράψω απλά το δίσκο, θα πω ότι πρόκειται για 9 συνθέσεις progressive/power metal όπου ο Arch δίνει ένα ρεσιτάλ ερμηνειών. Πραγματικά, κάνει κυριολεκτικά ότι μπορεί. Μόνο κάποιου είδους harsh vocals δεν έχει κάνει. Μαζί με τους guest μουσικούς που είναι everyone who is someone στον χώρο του progressive whatever metal (απλό, power, death, από όλα) έχουν φτιάξει ένα δίσκο σχεδόν 70 λεπτών που όμως, σχεδόν κουράζει. Οι στίχοι γεμίζουν ένα βιβλίο, και ο Arch επιμένει σε ψηλές νότες για πολύ ώρα, και δεν παρουσιάζει την ευελιξία του.

Monasterium – Church Of Bones (Poland) – 57,70

Το πρώτο αρνητικό του συγκροτήματος και του δίσκου εμφανίζεται λίγο πριν τη συμπλήρωση του 1ου λεπτού, που ακούγονται οι πρώτοι στίχοι. Και είναι η προφορά των Αγγλικών. Που στα αυτιά μου ακούγεται σαν κάποιο κακό σε ταινία James Bond, από την 1η περίοδο του Sean Connery. Το δεύτερο αρνητικό του συγκροτήματος είναι η υπερβολική θεατρικότητα στα φωνητικά. Πιθανολογώ ότι αυτό γίνεται για να καλυφθεί το «κενό» στην προφορά, αλλά δεν πετυχαίνει κάποιο αρεστό αποτέλεσμα. Το τρίτο αρνητικό, είναι πως όταν ο τραγουδιστής ανεβαίνει σε ψηλότερες κλίμακες, μιμείται πολύ το Marcolin. Και σε όλα αυτά, προσθέτουμε και μερικές καλές αλλά προβλέψιμες συνθέσεις, και έτσι το αποτέλεσμα κρίνεται ως μέτριο.

Savage Messiah – Demons (England) – 50,49

Με στοιχεία από thrash σε προηγούμενους δίσκους και συνθέσεις, με Jens Bogren στην παραγωγή που έχει κάνει κάποια σημεία με solos να ακούγονται σαν την επόμενη μεγάλη melodic death μπάντα (βλ. solo στο What Dreams May Come), και με τα φωνητικά στα περισσότερα ρεφρέν να είναι πιο κοντά σε απλό mainstream rock (μην πω και pop) παρά σε μία thrash/power μπάντα. Γιατί; Λεφτά; Κρίμα.

Saint Vitus – Saint Vitus (USA) – 66,43

Καταρχάς, θα ήθελα κάποιος να μου εξηγήσει ποιο το νόημα να βγάλεις για δεύτερη φορά στη δισκογραφία σου, ομώνυμο δίσκο. Πραγματικά, δεν βρίσκω νόημα. Άσε που δημιουργεί προβλήματα. Στη συνέχεια, γιατί όχι ο Wino; Πέραν αυτών, είναι ένας «ευχάριστος» δίσκος που ακούγεται άνετα, χωρίς όμως να ενθουσιάσει σε κανένα σημείο και να συναρπάσει. Το τι μπορεί να φταίει για αυτό, είναι μάλλον μία πολύ μεγάλη συζήτηση.

Amulet – The Inevitable War (England) – 61,26

Σε επίπεδο συνθέσεων έχουμε μία μίξη από Iron Maiden, Judas Priest και Manowar. Μην ρωτήσετε γιατί. Στα φωνητικά έχουμε έναν τραγουδιστή που μοιάζει στον Joey Belladonna του κάποτε. Το αποτέλεσμα έχει μία αξιοπρέπεια, αλλά είναι πολύ safe. Δεν συναρπάζει σε κανένα σημείο του.

Markos Skyrianos

Read Previous

Sunn O))) – Life Metal (κάτι παραπάνω από μία κριτική)

Read Next

Ακούγοντας δίσκους τον Ιούνιο και τον Ιούλιο (2019) (μέρος 1ο)