Ακούγοντας δίσκους τον Απρίλιο – Μέρος 2ο

Έχει και δεύτερο μέρος ο Απρίλιος. Γράφει ο Λεωνίδας Παπαδόδημας.

Body Count – Carnivore (USA) – 74

Σε μουσικό επίπεδο, ο δίσκος δεν προσφέρει κάτι καινούριο. Αυτό το μείγμα rap με hardcore punk, thrash και groove metal, είναι λίγο πολύ το ίδιο από το ’92. Προσωπικά δεν με πειράζει καθόλου. Το κύριο ζητούμενο για μένα ήταν να ακούσω τον Ice-T να ερμηνεύει τσαντισμένους στίχους με κοινωνικοπολιτικά μηνύματα. Εντάξει, είχα και την περιέργεια να τον ακούσω να τραγουδάει το Ace Of Spades. Εν τέλει βέβαια, η διασκευή είναι λίγο flat και αδιάφορη. Από εκεί και πέρα όμως ο δίσκος μου έδωσε ό,τι ακριβώς περίμενα.

John Dolmayan – These Grey Men (USA) – 83,5

Συνήθως με τα albums διασκευών δεν έχω και τις καλύτερες σχέσεις. Το συγκεκριμένο όμως αποτελεί τρανταχτή εξαίρεση. Κάθε ένα από τα τραγούδια του θα μπορούσε να είναι είναι η απάντηση στην ερώτηση: «Πώς πρέπει να είναι μια διασκευή;». Η δουλειά που έχει γίνει σε όλα τα επίπεδα είναι εκπληκτική. Αν είσαι τυχερός, αναγνωρίζεις κάποιο τραγούδι από τους στίχους. Αν όχι, ακούς το original κομμάτι, βλέπεις τις διαφορές μένεις με ανοιχτό το στόμα. Το μόνο που με χαλάει σε αυτό το album είναι ότι όλο το ταλέντο και η δημιουργικότητα ενός μουσικού σαν τον Dolmayan αναλώνεται σε διασκευές. Βέβαια, από το να κυκλοφορήσει κάτι δικό του και το αποτέλεσμα να είναι “discount SOAD” (Βλ. δεύτερο δίσκο Scars On Broadway), χίλιες φορές αυτό.

Crematory – Unbroken (Germany) – 38,5

Κατ’ αρχήν ο δίσκος είναι πολύ μεγάλος σε διάρκεια. Μία ώρα και έξι λεπτά λες και έχουμε να κάνουμε με concept album ή rock opera. Κατά δεύτερον, συνθετικά είναι πολύ απλοϊκός, έως αδιάφορος και τα τραγούδια είναι πανομοιότυπα μεταξύ τους. Πιστεύω ότι και με 3-4 τραγούδια λιγότερα πάλι θα κατέληγε κουραστικός. Στα πιο up tempo σημεία του, τα ψευτο-industrial στοιχεία μοιάζουν με κακή απομίμηση των Rammstein. Ο δε ήχος των πλήκτρων μοιάζει σαν να το έχει σκάσει από τον υπολογιστή κάποιου house/dance καλλιτέχνη β’ διαλογής. Όσον αφορά τα φωνητικά, πιο ενδιαφέροντα είναι τα καθαρά παρά τα brutal, τα οποία είναι generic μέχρι χασμουρητού. Δεν ήταν τόσο άσχημος ώστε να τον σταματήσω στη μέση, αλλά είναι ένας από τους λίγους δίσκους που αναρωτιόμουν πότε θα τελειώσει.

Wolf – Feeding The Machine (Sweden) – 50

Χαρακτηριστική περίπτωση δίσκου που δεν σου προσφέρει τίποτε άλλο παρά ένα καλό άκουσμα. Παραδοσιακό heavy metal στα χνάρια των Judas Priest και των Accept. Mid tempo συνθέσεις, που περιστασιακά πατάνε λίγο γκάζι, αλλά και πάλι πολύ ελαφρά. Το περισσότερο ενδιαφέρον βρίσκεται στο κιθαριστικό κομμάτι, όπου έχει γίνει αξιόλογη δουλειά, αν και στερείται λίγο όγκου. Από εκεί και πέρα όλα είναι από λίγο έως πολύ κλασικά και αναμενόμενα.

Dopelord – Sign Of The Devil (Poland) – 89

Μεγάλο λάθος η ιδέα να βάλω να ακούσω stoner/doom τακτοποιώντας τη δισκοθήκη μου. Από τη μέση κιόλας του εναρκτήριου κομματιού, τα είχα παρατήσει όλα και είχα κάτσει μπροστά στα ηχεία με την ένταση στο τέρμα. Οι χαμηλοκουρδισμένες κιθάρες φυσικά κυριαρχούν, γεμίζοντας ασφυκτικά το χώρο με τα Sabbath-ικά riffs τους. Δίπλα τους έρχονται να κολλήσουν οι παχιές μπασογραμμές για extra όγκο και το βαρύ και μακρόσυρτο drumming για να ολοκληρώσουν το πακέτο. Η μοναδική έκρηξη στην ταχύτητα έρχεται στο τέλος με το Headless Decapitator να φτάνει στα όρια του punk. Φανταστικός δίσκος, με σκοτεινή και επιβλητική ατμόσφαιρα και απίστευτο groove. Η δε μικρή του διάρκεια κάνει τις ήδη επιβεβλημένες επαναλαμβανόμενες ακροάσεις, ακόμα πιο εύκολες.

Today Is The Day – No Good To Anyone (USA) – 52,5

Δεν είχα ιδέα για αυτούς και το “noise rock”, ειδικά σε συνδυασμό με τα “avant-garde” και “grindcore”στην περιγραφή, με τρόμαξε λίγο. Αναμφίβολα, τον δίσκο δεν τον λες και εύκολο στην ακρόαση. Οι δυσαρμονίες στις κιθάρες, τα blastbeats σε ακαθόριστα μέτρα και τα φωνητικά που ακούγονται σαν κάποιος να τραγουδάει/τσιρίζει όντας τυλιγμένος με σελοφάν, δίνουν και παίρνουν. Ευτυχώς οι διάρκειες των κομματιών δεν ήταν τέτοιες ώστε να μου προκαλέσουν πονοκέφαλο. Υπήρξαν δε και κάποιες πιο νορμάλ στιγμές. Λίγες, αλλά ουσιαστικές. Σε αυτές ανήκουν το ομότιτλο κομμάτι που ανοίγει το δίσκο, καθώς και το Callie, μακράν το πιο μελωδικό τραγούδι του δίσκου. Παρότι τελικά τα πράγματα ήταν λιγότερο «τρομακτικά» από ότι περίμενα, αυτός ο ήχος παραμένει να μην είναι και το καλύτερο μου.

Pyramid – Mind Maze (Germany) – 40,5

Ο δίσκος μου έφερε στο μυαλό την εικόνα μιας μπάντας που μπήκε στο στούντιο για ένα jam session και που εν τέλει αποφάσισε να το ηχογραφήσει. Σε γενικές γραμμές αυτό δεν είναι κακό. Ηχητικά δε, έχουν ένα κάποιο ενδιαφέρον, μιας και παίζουν κάτι μεταξύ stoner, psychedelic και space rock. Το κακό ήρθε στην πορεία. Όταν λόγω των αρκετά απλοϊκών (για το είδος) συνθέσεων και λόγω της έλλειψης στίχων, άρχισα μετά το τρίτο-τέταρτο κομμάτι να ασχολούμαι με οτιδήποτε άλλο εκτός από το δίσκο αυτό καθαυτό. Σχεδόν δεν κατάλαβα πότε τελείωσε. Τίποτα το συναρπαστικό, τίποτα το αξιομνημόνευτο.

Puta Volcano – Amma (Greece) – 65

Σε γενικές γραμμές, το album είναι η φυσική συνέχεια του προκατόχου του. Το συγκρότημα ακολουθεί περίπου την ίδια φόρμουλα τόσο σε συνθετικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο ύφους και εκτέλεσης. Κυρίαρχος του παιχνιδιού είναι και πάλι η Παπαθανασίου, η οποία ακόμα και στις πιο μελωδικές της εκφάνσεις θυμίζει τρομακτικά τον Layne Staley. Από το ιντερλούδιο Echoing Icons και μετά, τα τραγούδια παίρνουν μια ανεπαίσθητα διαφορετική κατεύθυνση. Η desert rock αλητεία καταλαγιάζει και οι συνθέσεις γίνονται πιο περίτεχνες, αναδύοντας ένα έντονο Tool άρωμα. Εν τέλει όμως, οι ομοιότητες με τον προηγούμενο δίσκο είναι περισσότερες. Κανένα πρόβλημα, καθώς πρόκειται για μια δοκιμασμένη και επιτυχημένη συνταγή. Ελπίζω μόνο να μην τους γίνει συνήθεια.

Primeval Mass – Nine Altars (Greece) – 70,5

Με το που έβαλα να παίξει ο δίσκος, νόμισα ότι κάποιος μου έκανε φάρσα. Μέχρι που μπήκαν τα φωνητικά, τα οποία είναι και τα μόνα, μαζί με κάποια πολύ προσεγμένα blastbeats, που μου θύμιζαν σε κάθε κομμάτι ότι ακούω black. Γιατί κατά τα άλλα ο δίσκος είναι ο ορισμός του thrash. Καταιγισμός από riffs χωρίς ούτε ένα tremolo picking, τεχνικότατα solos και από δίπλα δίκασες και γεμίσματα που θα έκαναν thrash drummers να δακρύζουν. Και όλα αυτά σε ταχύτητες κάθε άλλο παρά αργές. Η παραγωγή είναι πεντακάθαρη και ακούγονται όλα όπως πρέπει. Μοναδική «παραφωνία» του δίσκου είναι οι μεγάλες διάρκειες των συνθέσεων σε σχέση με το τι προσφέρουν. Το δε τραγούδι που κλείνει το δίσκο είναι ένα ατμοσφαρικό mid-tempo κομμάτι περίπου 12 λεπτών. Αυτό ξεκάθαρα θα έπρεπε να μην έχει συμπεριληφθεί σε αυτό το album. Όχι ότι είναι κακό, κάθε άλλο. Απλά αυτή η τελείως διαφορετική προσέγγιση το κάνει εντελώς παράταιρο.

Pure Wrath – The Forlorn Soldier EP (Indonesia) – 57,5

Αξιόλογο, πλην όμως τυπικό atmospheric black metal. Στα θετικά στοιχεία βρίσκονται τα πλήκτρα, τα οποία δένουν άψογα με τις κιθάρες και αποτελούν και την κύρια πηγή της ατμόσφαιρας. Στα δυνατά σημεία των τραγουδιών βγάζουν ένα symphonic και επικό feeling, ενώ στα πιο ήρεμα δίνουν στον ήχο μια μελαγχολική υφή. Από την άλλη για EP, τα τρία τραγούδια είναι λίγα. Βέβαια οι μεγάλες διάρκειες τους φέρνουν μια κάποια ισορροπία, αλλά από ένα σημείο και μετά κουράζουν ελαφρώς. Κι αυτό γιατί συνθετικά δεν προσφέρουν κάτι το εξαιρετικά ενδιαφέρον που να δικαιολογεί τις τόσο μεγάλες διάρκειες. Ειδικά στο τρίτο τραγούδι, που ξεπερνάει τα 10 λεπτά.

Tombs – Monarchy Of Shadows (USA) – 85,5

Η ανανέωση σε όλο της το μεγαλείο. Πλήρες αλλαγμένο lineup, καινούριες ιδέες, φρέσκος ήχος. Οι Murphy, Spaeth και Medeiros έφεραν το death metal των Kalopsia και το κόλλησαν δίπλα στις black/post διαθέσεις του Hill. Υπάρχει περισσότερη ποικιλία στο κιθαριστικό κομμάτι, με τα στιβαρά και ογκώδη mid tempo riffs να μεταλλάσσονται σε υπερηχητικά tremolo pickings και τα solos να γίνονται πιο περίτεχνα. Τα φωνητικά γίνονται πιο αγριεμένα, ενώ τα drums παραμένουν εκκωφαντικά. Βέβαια οι συνθέσεις γέρνουν λίγο προς το πιο straightforward death/black, αφήνοντας τις μέχρι τώρα πιο έντονες post ατμόσφαιρες λίγο στην άκρη. Το αποτέλεσμα όμως παραμένει άκρως ικανοποιητικό.

Human Impact – Human Impact (USA) – 35

Ηχητικά κινούνται μεταξύ του post punk, του post hardcore και του industrial. Περίεργα δυσαρμονικά κιθαριστικά θέματα, αλλόκοτα πλήκτρα, και μπόλικες δόσεις θορύβου. Τα φωνητικά αν και σκληρά, παραδόξως δεν είναι «σκισμένα». Μυστήριος και δύσκολος στην κατανόηση δίσκος. Για να τον εμπεδώσει κανείς χρειάζεται να τον ακούσει αρκετές φορες. Αυτό όμως είναι κάτι που δεν προτίθεμαι να το κάνω. Aυτός ο ήχος και αυτού του είδους οι πειραματισμοί δεν μου προκαλούν κανένα ενδιαφέρον.

Rotting Kingdom – A Deeper Shade Of Sorrow (USA) – 73,5

Ο ήχος τους είναι αρκετά οικείος, με τις επιρροές από My Dying Bride και παλιούς Paradise Lost και Katatonia, μεταξύ άλλων, να είναι εμφανείς. Ευτυχώς όμως, όχι σε ενοχλητικό επίπεδο. Οι συνθέσεις είναι πολύ προσεγμένες και ισορροπούν τέλεια μεταξύ της death αγριότητας και της doom μελαγχολίας. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι κιθάρες, όπου έχει γίνει φοβερή δουλειά. Δίπλα στα σκληρά και επιθετικά riffs, υπάρχουν και πολλά εύστοχα ατμοσφαιρικά περάσματα και μελωδικά leads. Προσωπικά όμως ξεχώρισα τα φωνητικά. Από τα πιο βαριά και βαθιά growls που έχω ακούσει τον τελευταίο καιρό. Συνολικά ο δίσκος σίγουρα δεν προσφέρει κάτι το ιδιαίτερα πρωτότυπο σε μουσικό επίπεδο, είναι όμως τιμιότατος και αξιοπρεπέστατος.

Neaera – Neaera (Germany) – 57

Τυπικό melodic death metal, συνθετικά και ηχητικά παρακείμενο στο metalcore. Ειδικά στο κομμάτι των φωνητικών, όπου ευτυχώς δεν υπάρχουν εναλλαγές μεταξύ καθαρών και harsh. Οι ταχύτητες είναι μόνιμα γρήγορες, με αρκετά breakdowns μπας και πάρουμε καμια ανάσα. Κάπου κάπου υπάρχουν κάποιες ενδιαφέρουσες αναλαμπές ποικιλίας (βλ. Resurrection Of Wrath και Eruption Ιn Reverse), όπου λόγω υψηλής ταχύτητας βολέυουν κάποια blastbeats και riffs που πλησιάζουν το black, αλλά μέχρι εκεί. Κλασική περίπτωσης δίσκου που δεν μπορώ να τον χαρακτηρίσω ούτε κακό, ούτε όμως και καλό. Στην καλύτερη περίπτωση μέτριος.

Kult Of The Wizard – Gold (USA) – 92

Η στροφή σε πιο doom/stoner φόρμες και η προσθήκη στίχων με occult θεματολογία, ανέβασε την μπάντα σε άλλα επίπεδα. Όμως ο πραγματικός «χρυσός» τόσο για τον συγκεκριμένο δίσκο, όσο και για το συγκρότημα αυτό καθαυτό, είναι η προσθήκη της Roth στα φωνητικά. Η χροιά της φωνής της, αλλά και οι γεμάτες πάθος και θεατρικότητα ερμηνείες της κολλάνε τέλεια με αυτή την νέα ηχητική τους προσέγγιση. Από τα μισά του δίσκου και μετά βέβαια, το drone στοιχείο των πρώτων κυκλοφοριών επανεμφανίζεται, όμως η ατμόσφαιρα δεν είναι τόσο χαοτική. Το δε κλείσιμο με το Queen Of Life & Death, όπου έχει μόνο πιάνο και φωνή, είναι εκθαβωτικό μέσα από την απλότητα του. Πραγματικά απίστευτος δίσκος.

Aronious – Perspicacity (USA) – 51,5

Πάντα με παίδευε η διαχωριστική γραμμή που χωρίζει το progressive death από το technical death. Έτσι, ο όρος “progressive/technical death metal” μου προξένησε έναν μικρό πονοκέφαλο, όπως και ο δίσκος αυτός καθαυτός. Εντάξει, από πλευράς ικανοτήτων και ταλέντου είναι εκπληκτικοί. Πραγματικά τους βγάζω το καπέλο. Επίσης, καταλαβαίνω ότι λόγω ντεμπούτου ήθελαν να συμπεριλάβουν όσα περισσότερα από αυτά που μπορούν να κάνουν. Όμως το έκαναν άτσαλα. Τα θέματα τους είναι τοποθετημένα αυθαίρετα το ένα δίπλα στο άλλο, χωρίς συνοχή και χωρίς να βγάζουν κάποιο νόημα, τουλάχιστον στα δικά μου αυτιά. Από ένα σημείο και μετά τα τραγούδια με αποσυντόνισαν, δεν μπορούσα να τα ακολουθήσω και εν τέλει με κούρασαν.

Fotocrime – South Of Heaven (USA) – 68,5

Φαντάσου ένα ταξίδι πίσω στα late ‘70s – early ‘80s. Την εποχή που μπάντες όπως οι Cure, οι Bauhaus, οι Sisters Of Mercy και οι Killing Joke, μεταξύ άλλων, διαμόρφωναν το post-punk και το new wave. Αν ήταν δυνατόν ένα τέτοιο ταξίδι, αυτός ο δίσκος θα ακουγόταν στη διαδρομή. Έντονα ηλεκτρονικά στοιχεία με synths και drum machines, μινιμαλιστικές κιθάρες και «σκοτεινοί» στίχοι εκτελεσμένοι με το αντίστοιχο ύφος. Σίγουρα δεν θα σου προσφέρει κάτι καινούριο ή διαφορετικό από ότι έχεις ακούσει από αυτές τις μπάντες. Πιθανόν δε, να τον χαρακτηρίσεις ηχητικά ως μια discount έκδοση όλων αυτών. Οι συνθέσεις είναι όμως τόσο καλοδουλεμένες και προσεγμένες, με όμορφες ενορχηστρώσεις και σωστή παραγωγή, που αξίζουν το χρόνο που θα τους δώσεις.

DeadRisen – DeadRisen (USA) – 88,5

DeadRisen. Ή αλλιώς, side project του Mike LePond υπ’ αριθμόν… τρέχα γύρευε. Πραγματικά έχω πάψει να μετράω και η αλήθεια είναι ότι δεν χρειαζόμουν ακόμα ένα project του συγκεκριμένου μουσικού στη ζωή μου. Έλα όμως που ο δίσκος είναι καλός…! Με έξυπνες συνθέσεις που πετάγονται από το prog στο power σαν μπαλάκι του τέννις, ανεβαστικούς ρυθμούς, πορωτικά κιθαριστικά μέρη, έντονες μπασογραμμές και άψογα εκτελεσμένα υψίσυχνα φωνητικά. Το μόνο ψεγάδι του δίσκου είναι, για άλλη μια φορά, η παραγωγή στα drums. Κατά πρώτον, ο ήχος τους είναι λίγο πιο πριμαριστός από ότι θα έπρεπε, με αποτέλεσμα να χάνουν λίγο σε όγκο.  Κατά δεύτερον, το hi-hat ακούγεται σαν να είναι δανεισμένο από δίσκο των Metallica. Στην διασκευή του For Whom The Bell Tolls, που κατά τ’ άλλα είναι πολύ καλή, σχεδόν «βλέπω» τον Ulrich να γελάει σαρδόνια καθισμένος σε μια πολυθρόνα χαϊδεύοντας μια άσπρη γάτα.

Smoulder – Dream Quest Ends (Canada) – 66,5

Στα δύο καινούρια τραγούδια αυτού του EP, στέκονται λίγο πιο σταθερά στα πόδια τους από ότι στο περσινό ντεμπούτο τους. Ηχητικά βέβαια δεν παρεκκλίνουν στο ελάχιστο. Solitude Aeturnus, Cirith Ungol, Manilla Road και παλιοί Candlemass, περασμένοι στο μπλέντερ και σερβιρισμένοι με γυναικεία φωνητικά και μια καλή παραγωγή. Συνθετικά όμως βρίσκονται ένα βήμα πιο πάνω και αυτό είναι καλό. Από εκεί και πέρα, τη διασκευή στο Cage Of Mirrors θεωρώ ότι θα την εκτιμήσουν περισσότερο οι fans των Manila Road. Η δε προσθήκη του πρώτου τους demo είναι χρήσιμη μόνο ως “filler”, προκειμένου να σταθεί η συγκεκριμένη κυκλοφορία ως EP.

Insect Ark – The Vanishing (USA) – 74,5

Κλειστοφοβικό και απόκοσμο psychedelic/drone/doom metal, με αποπνικτική ατμόσφαιρα και φυσικά χωρίς όυτε μια λέξη από στίχους. Όπως αντίστοιχα με τον τελευταίο δίσκο των Earth, χρειάστηκε να κάνω μια παύση και να συνεχίσω την ακρόαση μετά από κάποια ώρα. Για καλή μου τύχη βέβαια, οι συγκεκριμένοι δεν είναι τόσο μινιμαλιστικοί και τα θέματα τους έχουν λίγη παραπάνω ποικιλία. Επίσης, οι ρυθμοί τους δεν είναι αργοί σε σημείο απελπισίας, οπότε σε μικρές δόσεις παλεύονται.

Huntsmen – Mandala Of Fear (USA) – 61

Αρκετά ενδιαφέρουσα σε πρώτη φάση δουλειά, με καλή ποικιλία σε θέματα και ήχους, καθώς ανακατεύει progressive, sludge, post και Americana. Η πρόσμιξη όλων αυτών των στοιχείων δεν είναι κάτι που ακούω συχνά και μου άρεσε. Όμως ο δίσκος έχει δύο βασικά προβλήματα. Το πρώτο είναι αυτό το εκνευριστικό εφέ που βάζουν για να κάνουν τα φωνητικά πιο βρώμικα και “core” (ο θεός να τα κάνει). Πραγματικά κάθε φορά που το άκουγα σκεφτόμουν: «Αφού δεν το έχετε με τα core, γιατί το κάνετε;». Το δεύτερο είναι η μεγάλη του διάρκεια. Βέβαια, υπάρχει η δικαιολογία ότι είναι concept album. Και πάλι όμως από ένα σημείο και μετά, κοιτούσα να δω ποιό κομμάτι παίζει και πόσα έχει ακόμα για το τέλος.

Void Of Sleep – Metaphora (Italy) – 95,5

Τους είχα ανακαλύψει στον προηγούμενο και τους λάτρεψα. Είχα χαρακτηρίσει τον ήχο τους ως μια μίξη sludge, doom και progressive. Στην νέα τους δουλειά αφήνουν λίγο στην άκρη το doom και προσεγγίζουν λίγο περισσότερο το progressive. Το sludge στοιχείο παραμένει, κυρίως στα harsh φωνητικά, όπου αυτά υπάρχουν. Οι συνθέσεις έχουν γίνει ακόμα πιο «εγκεφαλικές», λοξοκοιτώντας άλλοτε προς την πλευρά των Tool και άλλοτε προς την πλευρά των Opeth. Προσφέρουν ακόμα μεγαλύτερη ποικιλία σε μελωδίες και ήχους, με αριστοτεχνικές εναλλαγές στους ρυθμούς, τις ταχύτητες και τις δυναμικές. Μακράν ο πιο ώριμος και ολοκληρωμένος, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, δίσκος τους.

Markos Skyrianos

Read Previous

Ακούγοντας δίσκους τον Απρίλιο (2020)

Read Next

That black cat