Ακούγοντας δίσκους το Μάιο (2020)

Δηλαδή, όχι εγώ. Ο Λεωνίδας. Που δεν δούλευε.

Lady Beast – The Vulture’s Amulet (USA) – 63,5

Σε ότι έχει να κάνει με το καθαρά μουσικό κομμάτι, ο δίσκος είναι αξιοπρεπέστατος. Παραδοσιακό heavy metal που χωρίς να είναι κάτι το φοβερό και τρομερό, το άκουσα ευχάριστα. Έχει ωραία κιθαριστικά θέματα, με επιθετικά, groove-άτα riffs, πιασάρικα leads με ωραίες Maiden-ικές δισολίες. Οι ρυθμοί είναι στην πλειοψηφία τους γρήγοροι και ανεβαστικοί και οι ερμηνείες από την τραγουδίστρια της μπάντας αξιόλογες. Αν είχε και λίγο πιο προσεγμένη παραγωγή, θα ήταν αισθητά καλύτερος. Τα drums είναι πολύ μπροστά, με την μπότα σε κάποια σημεία να κόβει όγκο από τις κιθάρες και με τις «ουρές» από το ανοιχτό hi-hat να ακούγονται ώρες ώρες σαν παράσιτα ραδιοφώνου.

Imonolith – State Of Being (USA) – 38

Για μια μπάντα που φτιάχτηκε από δύο πρώην μέλη των Devin Townsend Project και Devin Townsend Band, αυτό που άκουσα ήταν «λίγο». Ενα μείγμα metalcore, nu metal και alternative metal χωρίς χαρακτήρα και πρωτοτυπία, που μαϊμουδίζει Korn, πολύ Slipknot και Trivium. Το μόνο καλό του δίσκου είναι η παραγωγή, η οποία είναι καθαρή και ισορροπημένη, αλλά όχι «πλαστική». Όμως με μόλις 3 από τα συνολικά 11 τραγούδια να παρουσιάζουν ένα κάποιο ενδιαφέρον (Dig, Forgone, The Reign), ο δίσκος στην καλύτερη των περιπτώσεων είναι μέτριος.

Dynazty – The Dark Delight (Sweden) – 77,5

Το ευρωπαϊκό heavy/power ψυχοραγεί εδώ και πολλά χρονια. Οι Dynazty όμως με αυτό το δίσκο του δίνουν μια καλή «ανάσα». Συνθέσεις ευδιάθετες και μελωδικές, χωρίς όμως να γίνονται χαζοχαρούμενες. Που και που δε, βγάζουν προς τα έξω και μια ελαφριά «σκοτεινιά» (βλ. From Sound To Silence & Apex). Τα έντονα πλήκτρα, υποβοηθούμενα από την προσεγμένη παραγωγή, δίνουν έναν symphonic τόνο και συνδυάζονται όμορφα με τα πολύ ελκυστικά κιθαριστικά μέρη. Το κερασάκι στην τούρτα είναι οι δυνατές, αλλά ταυτόχρονα σωστές και μετρημένες ερμηνείες από τον Molin, που κρατιέται μακριά από την παγίδα των κλισέ υπερηχητικών τσιρίδων. Αν θα μπορούσε να θεωρηθεί κάτι ως αρνητικό στο δίσκο, αυτό θα ήταν η λίγο μεγαλύτερη διάρκεια του. Τα ελαφρώς folk The Man and The Elements και The Road To Redemption θα μπορούσαν να λείπουν, ας πούμε.

Joe Satriani – Shapeshifting (USA) – 85,5

Κάθε album του αποτελεί ξεχωριστή εμπειρία και το συγκεκριμένο δεν αποτελεί εξαίρεση. Ο τίτλος του είναι απόλυτα ταιριαστός, καθώς κάθε ένα από τα 13 συνολικά κομμάτια του έχει το δικό του ύφος και τη δική του «προσωπικότητα», προσφέροντας μελωδίες για όλα τα γούστα. Blues, country και reggae περάσματα, μαζί με στιγμές ατόφιου anthem-ικού rock. Στο δε Ali Farka, Dick Dale, Αn Alien Αnd Me έχουμε ακόμα και πάντρεμα electronic/space ήχων με tribal beats και στοιχεία από surf rock. Οι ενορχηστρώσεις είναι πολύ καλά δομημένες, με τις κιθάρες κλασικά στο επίκεντρο της προσοχής, χωρίς όμως να πνίγουν κανένα από τα υπόλοιπα όργανα. Full instrumental όπως πάντα, αλλά δεν με πείραξε καθόλου, μιας και έχει ένα μοναδικό ταλέντο να αφήνει τη μουσική του να «μιλάει» από μόνη της.

Devilskin – Red (New Zealand) – 61

Συμπαθητική σε γενικές γραμμές δουλειά, που κινείται μεταξύ του μοντέρνου hard rock και του alternative rock. Παρόλα αυτά, αν θα μου μείνει κάτι από αυτήν, θα είναι τα φωνητικά. Η Smathers έχει ωραία χροιά, με μπόλικο γρέζι και γεμάτες ερμηνείες που μου έφεραν στο μυαλό κάτι μεταξύ της Amy Lee και της Lizzy Hale. Πολύ καλά δουλεμένα είναι επίσης και τα harsh μέρη της, τα οποία προσθέτουν έναν metalcore χαρακτήρα στα κομμάτια. Από εκεί και πέρα όμως, οι συνθέσεις είναι αρκετά τυπικές και safe. Σε μεγάλο βαθμό μου έδωσαν την εικόνα μιας μπάντας-κομπάρσου που βρίσκεται εκεί απλά για να υποστηρίξει την πρωταγωνίστρια. Οι φορές που άκουσα κάτι λίγο πιο δημιουργικό ήταν λίγες και βρίσκονται στο solo του All Fall Down, στην κλιμάκωση του Endo και στο Everybody’s High But Me, με τις System Of A Down αναφορές του.

Nightwish – Human II Nature (Finland) – 66,5

Μετά την ανανεωτική, αλλά κάπως μουδιασμένη εμφάνιση της Floor στον προηγούμενο δίσκο, περίμενα τον καινούριο με ανυπομονησία. Στο κομμάτι που αφορά αποκλειστικά τα φωνητικά της έμεινα απόλυτα ικανοποιημένος. Αν μη τι άλλο, η κοπέλα έκανε ό,τι μπορούσε και με το παραπάνω. Στο μουσικό κομμάτι ο Holopainen κάνει αρκετούς πειραματισμούς, με σκοπό να κάνει τον ήχο της μπάντας πιο πολυσυλλεκτικό. Άλλοι είναι πετυχημένοι όπως τα tribal/ψευτο-industrial στοιχεία του Tribal. Άλλοι πάλι όχι και τόσο, όπως τα folk περάσματα στα Harvest και How’s The Heart?. Εκεί ο Holopainen «έπαθε» λίγο παραπάνω Blackmore’s Night από ότι θα έπρεπε. Επίσης, με χάλασε το γεγονός ότι ο Hietala ήταν φωνητικά απών, με εξαίρεση το τραγούδι που κλείνει πρώτο μέρος. Καλός ο Donockley, δεν λεω, αλλά όχι αρκετός. Το τελικό πρόσημο όμως βγαίνει θετικό. Μπορεί να μην είναι η καλύτερη δουλειά τους, όμως έχει πράγματα να σου δώσει. Όσο για το δεύτερο μέρος, αν και εντυπωσιακό από μουσικής άποψης, θα μπορούσε να λείπει. Ή να κυκλοφορήσει ως solo δουλειά του Holopainen, μιας και η συμμετοχή της υπόλοιπης μπάντας είναι ελάχιστη.

Wake – Devouring Ruin (Canada) – 72

Δεν είχα ιδέα για αυτούς. Ρίχνοντας όμως μια ματιά στην μουσική τους πορεία, μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι χαίρομαι ιδιαιτέρως που τους ανακάλυψα τώρα και όχι στο ξεκίνημα τους. Το grindcore/crust παρελθόν τους με άφησε παγερά αδιάφορο. Αντιθέτως, το black/death ύφος που υιοθέτησαν στο προηγούμενο album τους και συνεχίζουν και εδώ είναι απείρως πιο ενδιαφέρον. Οι συνθέσεις τους είναι πιο μεγάλες σε διάρκεια, πιο πλούσιες, με γεμάτες ενορχηστρώσεις και ωραία σκοτεινή ατμόσφαιρα, παραμένοντας ταυτόχρονα βίαιες και επιθετικές. Κυρίως όμως βγάζουν μια αίσθηση ολοκλήρωσης, κάτι που μέχρι τώρα έλειπε.

High Priestess – Casting The Cirle (USA) – 45

Σε αντίθεση με το ντεμπούτο της, η μπάντα αφήνει πίσω της τον βαρύ heavy/doom ήχο και επενδύει περισσότερο στις υπνωτιστικές psychedelic μελωδίες, χωρίς πολλά ξεσπάσματα και αυξομειώσεις στις δυναμικές. Έτσι το συνολικό αποτέλεσμα ενώ παραμένει ατμοσφαιρικό και σκοτεινό, στα δικά μου αυτιά ακούγεται κάπως νωθρό και άνευρο. Ο δε συνδυασμός των μακρόσυρτων ρυθμών με τις σχετικά μεγάλες διάρκειες των κομματιών, έκανε τα πράγματα ακόμα χειρότερα, φέρνοντας μου υπνηλία.

Astra – Oathkeeper Pt. 1 (Norway) – 96,5

Ανά διαστήματα κυκλοφορούν albums που με φτάνουν, με την καλή έννοια, στα όρια του εγκεφαλικού. Το συγκεκριμένο είναι ένα από αυτά. Οι συνθέσεις έχουν σαν βάση τους το melodic death και το symphonic metal. Όμως, με τις ανορθόδοξες εναλλαγές ρυθμών και ταχυτήτων και τα «περίεργα» μέτρα, καθώς και τα περιστασιακά anthem-ικά riffs και τις δισολίες, μπαίνουν στα χωράφια τόσο του progressive, όσο και του power. Επιπλέον, στο ορχηστρικό mini reprise του Valkyrian Crusader οι ήχοι παραδοσιακών πνευστών, κάνουν και μια βόλτα από το folk. Μετά από όλα αυτά, το ότι το album είναι concept, το λες και λεπτομέρεια. Μεγαλύτερο θαυμασμό μου προκάλεσε η πολύ καλή συνοχή του, παρά την μεγάλη ποικιλία σε θέματα και ήχους. Και είναι μόλις το ντεμπούτο της μπάντας. Πραγματικά είμαι πολύ περίεργος για τη συνέχεια.

Disbelief – The Ground Collapses (Germany) – 67,5

Old school death/thrash γερμανικού τύπου. Με εξαίρεση το ψαρωτικό ξεκίνημα, με το πιάνο στην εισαγωγή του ομότιτλου τραγουδιού να δίνει έναν ψευτο-μελωδικό τόνο πριν την «καταιγίδα», ο δίσκος είναι αρκετά προβλέψιμος. Σχεδόν αμέσως άρχισα να μαντεύω πότε θα γίνει το επόμενο γέμισμα στα drums, πότε θα γίνει breakdown και πότε θα αυξηθεί ή θα μειωθεί η ταχύτητα. Το Colder Than Ice, που ξεκινάει με έναν τελείως απλοϊκό rock-άδικο ρυθμό στα drums και χτίζεται σιγά σιγά, αποτελεί μια ευχάριστη διαφοροποίηση στο κατά τα άλλα πανομοιότυπο μοτίβο. Σε γενικές γραμμές οι συνθέσεις βγάζουν μια αίσθηση επανάληψης. Όμως, τα αρκετά ενδιαφέροντα κιθαριστικά μέρη, η εξαιρετική απόδοση του “Jagger” πίσω από το μικρόφωνο, η άφογη παραγωγή και οι συγκρατημένες διάρκειες των κομματιών, την κρατάνε σε ανεκτά επίπεδα.

Beggar – Compelled To Repeat (UK) – 82,5

Είναι από τις περιπτώσεις δίσκων που δεν μπορώ να αποφασίσω ποιο κομμάτι του μου αρέσει περισσότερο. Από τη μία έχουμε τις κιθάρες, οι οποίες αποτελούν φόρο τιμής στους πρώιμους Mastodon και στους Kyuss. Βαριές, άγριες και λασπωμένες, με απίστευτο groove. Από την άλλη έχουμε τα drums. Ισοπεδωτικά, αν και η παραγωγή κάνει την μπότα να ακούγεται λίγο μουντή. Last but not least, έχουμε τον τραγουδιστή, ο οποίος από κάθε άποψη «σκοτώνει». Βαθιά growls μαζί με κραυγές που ξεφεύγουν από τα όρια του core, φτάνοντας στους πρόποδες του black metal. Εν ολίγοις, θα συμφωνήσω με τον τίτλο. Οι πολλές ακροάσεις είναι υποχρεωτικές και το repeat επιτακτικό.

Pale Mare – II (Canada) – 67,5

Οι επιρροές τους από παλιούς Mastodon, Baroness και High On Fire είναι εμφανείς. Ειδικά με τους τελευταίους, οι ομοιότητες φτάνουν σε σημείο παρεξήγησης. Προσωπικά όμως δεν με χάλασε. Η δουλειά που έχουν κάνει σε όλους τους τομείς είναι προσεγμένη και το αποτέλεσμα είναι ικανοποιητικό. Οπότε συγχώρεσα τις όποιες ομοιότητες στον ήχο. Οι χαμηλοκουρδισμένες κιθάρες ισορροπούν μεταξύ επιθετικότητας και groove και το rhythm section είναι στιβαρό και ογκώδες. Επιπλέον, παρά την εκτεταμένη χρήση του εφέ που κάνει τον τραγουδιστή να ακούγεται σαν να είναι τυλιγμένος με σελοφάν, τα φωνητικά ακούγονται μια χαρά χάρη στην πολύ προσεγμενη παραγωγή. Δεν συγκλόνισαν τον κόσμο μου, αλλά δεν πέρασα κι άσχημα.

The Heavy Eyes – Love Like Machines (USA) – 28

Κάποιοι δίσκοι τελειώνουν και τους βάζεις από την αρχή γιατί δεν τους χόρτασες. Κάποιοι άλλοι είναι τόσο αδιάφοροι που καταλαβαίνεις ότι τελείωσαν επειδή σταμάτησε να ακούγεται κάτι από τα ηχεία. Αυτό ακριβώς συνέβη και με το συγκεκριμένο. Εντάξει, αντικειμενικά αυτό που άκουσα δεν ήταν άσχημο. Blues/stoner rock με μπόλικο fuzz στις κιθάρες, έντονη παρουσία του μπάσο και groove-άτους μεσαίας ταχύτητας ρυθμούς. Αυτό όμως το έχω ακούσει σε ένα σωρό δίσκους από καλλιτέχνες και συγκροτήματα που το κάνουν πολύ καλύτερα. Μάταια προσπάθησα να βρω κάτι το αξιομνημόνευτο.

Benighted – Obscene Repressed (USA) – 83

Ο δίσκος παρουσιάζει το brutal death/grindcore όπως πρέπει να είναι. Παρανοϊκό και αρρωστημένο, τίγκα στα triggers και τα pig squeals. Κατά ένα περίεργο λόγο μου αρέσει. Για την ακρίβεια, κόλλησα άσχημα και ειλικρινά δεν το περίμενα. Οι ταχύτητες είναι (φυσικά) υπερηχητικές, με τα riffs από τις κιθάρες να ακούγονται σαν πριονοκορδέλα αλλά και με αρκετά έξυπνα, ρυθμικά και groovy breakdowns να δίνουν τις απαραίτητες ανάσες. Οι διάρκειες των συνθέσεων σταθερά μικρές, κάπου στα 2 με 3 λεπτά, ενώ υπάρχουν και «έπη» που φτάνουν μεχρι τα 4 λεπτά. Όμως ακόμα και στα μικρότερα τραγούδια, οι συνθέσεις ακούγονται καθ’ όλα πλήρεις και ολοκληρωμένες.

Fallen Arise – Enigma (Greece) – 15

Πριν από πέντε χρόνια, ο προκάτοχος του συγκεκριμένου δίσκου ήταν πολύ καλός. Λυρικός, μελωδικός, με ωραία κιθαριστικά μέρη, ωραίες και γεμάτες ενορχηστρώσεις και δυνατές ερμηνείες. Καμία σχέση με αυτό το χάλι που άκουσα τώρα. Συνθέσεις ημι-αδιάφορες που συναγωνίζονται σε χλιαρότητα τα άνευρα γυναικεία φωνητικά. Τα δε “growls” είναι απλά τραγικά. Οι κιθάρες εντελώς «κλινικές». Περιορίζονται σε βασικά ακκόρντα και chugs που ακολουθούν κατά πόδας τα drums και που θα τα κορόιδευαν ακόμα και οι Evergrey. Riff ούτε για δείγμα, ενώ με εξαίρεση το ομότιτλο, έπρεπε να φτάσουμε μετά τα μισά και λίγο πριν το τέλος για να ακούσουμε κάτι που να θυμίζει solo. Η δε παραγωγή δεν έχει καμία ισορροπία, με τα όργανα να αλληλοκαλύπτονται ανά περιπτώσεις. Τα μόνα που είναι σταθερά πολύ πίσω είναι τα πιατίνια. Με μία λέξη, απογοήτευση.

Drakonis – Blessed By Embers (UK) – 68,5

Τίμιος και αξιοπρεπής δίσκος, που ισορροπεί τέλεια μεταξύ του death και του black. Οι ρυθμοί των τραγουδιών είναι στην πλειοψηφία τους γρήγοροι, με καταιγιστικά riffs και μπόλικα blast beats, κάνοντας το κάθε ένα να μοιάζει με τρενάκι λούνα πάρκ σε μόνιμη κατηφόρα. Υπάρχουν βέβαια αρκετές στρατηγικά τοποθετημένες παύσεις και πιο mid tempo διαλείμματα. Σε συνθετικό επίπεδο δεν άκουσα κάτι που δεν το είχα ήδη ξανακούσει, η αλήθεια να λέγεται. Σε κανένα όμως σημείο δεν μου ήρθε στο μυαλό η έννοια της αντιγραφής ή της επανάληψης. Οπότε, όλα καλά.

Telepathy – Burn Embrace (UK) – 77

Το κλειδί με αυτό το δίσκο είναι να μην πέσεις στην παγίδα να βάλεις «ταμπέλες» αυτό που ακούς, γιατί θα χάσεις την μπάλα. Κι αυτό γιατί είναι ταυτόχρονα sludge, doom, black και post metal. Με εξαίρεση τα δύο τελευταία κομμάτια, ο δίσκος είναι full instrumental. Η αλήθεια είναι ότι περίμενα από ένα σημείο και μετά να βαρεθώ, ως συνήθως. Όμως αυτό δεν συνέβη. Τόσο σε επίπεδο σύνθεσης όσο και ενορχήστρωσης, τα κομμάτια είναι δομημένα με τέτοιο τρόπο ώστε να σου κρατάνε το ενδιαφέρον αμείωτο. Έτσι, παρόλο που αντικειμενικά υπάρχει αρκετός χώρος για φωνητικά μέρη και στίχους, δεν μου έλειψαν.

Errant – Errant (USA) – 74,5

Τα one man projects τα αντιμετωπίζω πάντα με μια επιφύλαξη. Κι αυτό γιατί οι δουλειές τους είναι σπάνια άνω του μετρίου σε μουσικό επίπεδο. Συνήθως δε, έχουν και θέματα στην παραγωγή. Η περίπτωση όμως των Errant αποτελεί εξαίρεση. Κατά πρώτον, η παραγωγή Grossmann είναι αξιοπρεπέστατη. Καθαρή, χωρίς να είναι «κρυστάλλινη», και με χαρακτήρα. Από εκεί και πέρα, η Amitay που ασχολείται με όλα τα υπόλοιπα, έχει κάνει καλή δουλειά, τόσο στα τρία δικά της τραγούδια, όσο και στη διασκευή του Saturday Saviour των Failure. Ηχητικά κινείται σε λίγο πιο ατμοσφαιρικά και μελωδικά μονοπάτια από την βασική της μπάντα, αναμειγνύοντας το black metal με το post και το grunge. Αν και τα η απόδοση της σε όλα τα όργανα είναι άψογη, προσωπικά θεωρώ ότι το φόρτε της είναι τα φωνητικά, όπου τα καταφέρνει εξ ίσου καλά, τόσο στα harsh όσο και στα καθαρά.

Heaven Shall Burn – Of Truth & Sacrifice (Germany) – 63,5

Αν ήμουν στη θέση τους, θα «έκοβα» 3-4 τραγούδια από το πρώτο μέρος και άλλα τόσα από το δεύτερο και θα κυκλοφορούσα έναν κανονικό, μονό δίσκο. Έτσι τα πράγματα θα ήταν απείρως καλύτερα. Κι αυτό γιατί οι πιο αδύναμες στιγμές και στα δύο μέρη, παρότι αθροιστικά λιγότερες από τις καλές, είναι αρκετές. Κομμάτια όπως το Terminate The Unconcern και το Truther για παράδειγμα, έχουν λόγο ύπαρξης μόνο ως filler. Επίσης τα πιο μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια (βλ. Expatriate και The Sorrows Of Victory), τραβάνε πολύ και κουράζουν. Στο δε La Résistance, το τύπου Rammstein «χρώμα», είναι τελείως αταίριαστο.

Markos Skyrianos

Read Previous

That black cat

Read Next

Ακούγοντας δίσκους τον Ιούνιο (2020)