Four savages with cash – part 2

Φτάνουμε στο 1988. Οι Mötley Crüe ξεκινάνε να δουλεύουν (και να «δουλεύουν») στον επόμενο δίσκο τους. Και η πιο σωστή κίνηση συνολικά σε όλη τη καριέρα του συγκροτήματος, γίνεται. Ο Bob Rock αναλαμβάνει την παραγωγή του δίσκου. Το Dr. Feelgood (1989) έχει τον καλύτερο ήχο που είχε οποιοσδήποτε δίσκος των Mötley Crüe μέχρι τότε. Και όχι μόνο ήχο, αλλά και ενορχηστρώσεις. Ο Rock έχει βάλει παντού το χέρι του και καταφέρνει να αναδείξει όλα τα πλεονεκτήματα είχαν οι Mötley Crüe είτε σαν συγκρότημα, είτε κατά μόνας. Βέβαια…

Βέβαια τα 4 μέλη του συγκροτήματος αποφάσισαν κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων να σταματήσουν ναρκωτικά και αλκοόλ. Και έτσι φάνηκε ο πραγματικός τους εαυτός. Αποτέλεσμα αυτής της «αποκάλυψης» ήταν να μην αντέχουν ο ένας την παρουσία του άλλου, να καβγαδίζουν συνεχώς, και ο Rock να αναγκαστεί να τους φέρνει έναν-έναν στο studio για να ηχογραφήσουν τα μέρη τους. Και αυτοί οι 4 υποτίθεται ότι ήταν ΕΝΑ συγκρότημα, μία ομάδα. Προφανώς μόνο όταν ήταν τόσο σουρωμένοι ή φτιαγμένοι που δεν καταλάβαιναν καλά καλά που είναι.

Ο δίσκος ήταν μία τεράστια επιτυχία. Έχει μέσα του 2 από τις 7 μεγαλύτερες επιτυχίες στην ιστορία του συγκροτήματος, πούλησε σαν τρελός από την πρώτη στιγμή, και έφερε τα πρώτα βραβεία από διάφορους οργανισμούς, μία ένδειξη κριτικής επιτυχίας. Βέβαια, προσπαθώ να καταλάβω πως ακριβώς ο δίσκος ήταν υποψήφιος για καλύτερος heavy metal/hard rock δίσκος στα American Music Awards και το 1990, αλλά και το 1991 (όταν και κέρδισε), αλλά ας μην το σκαλίζω πολύ.

Και τι κάνουν οι Mötley Crüe με αυτή την επιτυχία στα χέρια τους; Βγήκαν σε μία παγκόσμια περιοδεία (Dr. Feelgood World Tour ’89 – ’90) που ήταν χωρισμένη σε 5 σκέλη και αποτελείτο από συνολικά 154 συναυλίες, από τον Οκτώβριο του 1989 έως τον Αύγουστο 1990, η οποία ήταν απόλυτα πετυχημένη. Και που φυσικά οδήγησε στα άκρα τις σχέσεις μεταξύ των μελών. Μετά το 1991 βγήκε το πρώτο best of της μπάντας και το 1992 οι δρόμοι των Mötley Crüe και Vince Neil χώρισαν. Τα μέλη του συγκροτήματος ακόμα και σήμερα δεν μπορούν να συμφωνήσουν αν ο Neil απολύθηκε ή παραιτήθηκε. Το πιο κοντινό στην αλήθεια είναι η δήλωση του Neil: “And this one basically just stemmed from a bunch of ‘fuck you’s in a rehearsal studio. It went from ‘I quit’ to ‘You’re fired’ … It was handled idiotically. The management just let one of the biggest bands in the world break up”. Αν κάτσει κάπως να αναλύσει αυτή την πρόταση, θα βρει πολλά από τα προβλήματα στην όλη ιστορία.

Οι Mötley Crüe βρήκαν καινούριο τραγουδιστή, τον John Corabi (The Dead Daisies). Το γιατί επιλέχθηκε ο Corabi για αυτή τη θέση, δεν μπορώ να το καταλάβω. Ο δίσκος που κυκλοφόρησε το 1994 με τον Corabi στα φωνητικά (Mötley Crüe) είναι ο πιο εναλλακτικός και βαρύς ηχητικά στην δισκογραφία τους. Δεν έχει καμία σχέση με κανένα άλλο δίσκο τους ούτε σε επίπεδο ύφους, ούτε σε επίπεδο ήχου. Και φυσικά, δεν πήγε καθόλου καλά.

Ποιοτικά, δεν είναι κακός. Αν τυχόν τον ακούσει κάποιος που δεν ξέρει τι εστί Mötley Crüe και χωρίς να του πεις ότι πρόκειται για μία hair metal μπάντα, θα τον θεωρήσει ως ένα ενδιαφέρον ντεμπούτο μίας alternative μπάντας, λίγο επηρεασμένης από το grunge ήχο της εποχής, που ψάχνει λίγο τα πατήματά της. Αλλά η πραγματικότητα είναι ότι πρόκειται για τον έκτο (!) δίσκο μίας μπάντας που τα πατήματά της δεν ήταν ποτέ στη μουσική, και που πάντα ήταν μία ατραξιόν, ένα novelty, που ούτε τα ίδια τα μέλη της δεν είχαν καταλάβει. Ο δίσκος πήγε τόσο άσχημα εμπορικά που κατά την περιοδεία προώθησής του, πριν από μία συναυλία στο Tucson για την οποία είχαν πουληθεί μόλις 4000 από τα 15000 διαθέσιμα εισιτήρια, ο Nikki Sixx βγήκε σε έναν τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό και ανακοίνωσε ότι θα έδινε δωρεάν εισιτήρια σε όποιον πήγαινε εκείνη τη στιγμή! Εμφανίστηκαν 2 μόνο άτομα.

Η δισκογραφική πίεζε όσο μπορούσε για να επιστρέψει ο Neil στο συγκρότημα. Εν τέλει, αυτό έγινε και ο επόμενος δίσκος κυκλοφόρησε το 1997 (Generation Swine). Το λάθος εδώ του συγκροτήματος ήταν ότι κράτησαν το ύφος από τον προηγούμενο δίσκο και έβαλαν τον Neil να τραγουδήσει κάποια, ας πούμε, alternative τραγούδια. Ούτε καν.

Ο δίσκος είναι το λιγότερο αδιάφορος και ο Bob Rock δεν είναι εδώ για να σώσει τίποτα. Υπάρχει μόνο μία ομοιότητα αυτού του δίσκου με τον προηγούμενο. Ούτε αυτόν, όπως και ούτε τον ομώνυμο του συγκροτήματος, τους υποστήριξε ιδιαίτερα η εταιρεία. Ειδικά στο Generation Swine, σχεδόν δεν έκανε προσπάθεια. Και, οποία έκπληξις, ο δίσκος πάτωσε και εμπορικά και κριτικά.

Σε εμένα γίνεται σαφές σε αυτό το σημείο το εξής. Οι Mötley Crüe είναι ένα μάτσο κωλόπαιδα που αποφάσισαν τις δυσκολίες της ζωής τους πριν το συγκρότημα, να τις χρησιμοποιήσουν ως δικαιολογία για τα καφριλίκια της ζωής τους μέσα και μετά το συγκρότημα. Μέσα από αυτό το «σκεπτικό», κατάφεραν να φτιάξουν κάτι που η Elektra βρήκε πως μπορεί να το πουλήσει. Όσο το συγκρότημα έδινε κάτι στην εταιρεία, η εταιρεία το πούλαγε και το έσπρωχνε ασταμάτητα. Και αυτό που έδινε το συγκρότημα είναι ο κωλοπαιδαρισμός (δεν υπάρχει αυτή η λέξη, αλλά who cares). Καμία επανάσταση με ουσία, την οποιαδήποτε ουσία. Μόλις το συγκρότημα έστω λίγο μείωσε αυτό που μπορούσε να δώσει στην εταιρεία, η εταιρεία το παράτησε. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το 1998 το συμβόλαιο που είχαν οι Mötley Crüe με την Elektra έληξε. Ήταν 15ετές. Για 6 δίσκους. Do the math, again.

Μετά τη λήξη του συμβολαίου τους, και για καλή τους τύχη, ήταν χωρίς εταιρεία μεν, αλλά με πλήρη έλεγχο των πνευματικών δικαιωμάτων του έργου τους δε. Οπότε, μπορούσα να κάνουν pretty much ότι ήθελαν. Κάπου εκεί ο Tommy Lee αποχωρεί από την μπάντα γιατί θεώρησε ότι το rock είχε πεθάνει. Το 1999 όλα αυτά. Προσελήφθη ο Randy Castillo (ex-Ozzy) και προχώρησαν στον επόμενο δίσκο τους.

Το 2000 οι Mötley Crüe έχουν φτάσει αισίως στον 8ο δίσκο της 19ετούς καριέρας τους. Ο δίσκος λέγεται New Tattoo. Και δεν έχει τίποτα το «καινούριο» μέσα του. Εμπορικά μιλώντας είναι ο χειρότερος δίσκος τους, και σε θέματα charts εξίσου κακός με το Too Fast For Love. And that about sums it up.

Εκτός αν θέλει κάποιος να εντρυφήσει στο ότι το ομότιτλο θυμίζει πολύ Bon Jovi στις country-cowboy μπαλάντες τους και πως στο φινάλε ο Neil ξεκάθαρα φαλτσάρει, στο ότι όλος ο δίσκος είναι μπουκωμένος με τα ίδια gang vocals, λες και πρόκειται για κακό copy/paste, ή πως στο γεγονός ότι πως με εξαίρεση το Hell On High Heels, δεν έχει ούτε ένα αξιομνημόνευτο τραγούδι.

Αυτό το άρθρο δεν αποτελεί κανενός είδους αφιέρωμα στους Mötley Crüe. Για αυτό και δεν θα χαλάσω καθόλου χώρο για να γράψω τι έχει γίνει ιστορικά από τη κυκλοφορία του New Tattoo μέχρι τον επόμενο δίσκο τους. Μόνο κάποιες λέξεις: αυτοβιογραφία, προβλήματα υγείας, reality show, hiatus, reunion και δικαστήρια.

Το 2008 έρχεται η ώρα του επόμενου (και τελευταίου μέχρις στιγμής) δίσκου των Mötley Crüe. Ή περίπου. Δηλαδή, το Saint Of Los Angeles κυκλοφόρησε υπό το όνομα των Mötley Crüe. Σύμφωνα με τον Sixx μάλιστα, κάθε τραγούδι είναι βασισμένο στην αυτοβιογραφία The Dirt. Άρα, οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι οι Mötley Crüe έγραψαν και κυκλοφόρησαν έναν concept-βιογραφικό δίσκο, σωστά; Δεν ξέρω, ίσως. Αλλά, δυσκολεύομαι να καταλάβω κάτι.

Τι στο διάολο αυτοβιογραφικός δίσκος είναι αυτός, που βασίζεται στην ίδια την αυτοβιογραφία τους, που δεν συμμετάσχει όλο το συγκρότημα στη δημιουργία του; Ο Neil δεν έχει συνεισφέρει τίποτα πέραν της «φωνής» του. Ο Tommy Lee έχει συνεισφέρει σε 1 μόνο τραγούδι (This Ain’t A Love Song), και ο Mick Mars έχει συνεισφέρει σε 7 από τα 13 τραγούδια του δίσκου. Η βασική ομάδα που έχει γράψει ουσιαστικά όλα τα τραγούδια του δίσκου αποτελείται από τον Nikki Sixx (προφανώς), και από τους James Michael, DJ Ashba και Marti Frederiksen. Με λίγα λόγια, αυτό το δίσκο τον έφτιαξαν οι Sixx:AM και ένας παραγωγός που συμμετείχε και στις συνθέσεις. Και έτσι καταλήγουμε στον πιο πλούσιο από πλευράς ενορχηστρώσεων δίσκο τους. Γιατί είναι γραμμένος από ένα άλλο γαμημένο συγκρότημα!

Έγινε η περιοδεία για την προώθηση του δίσκου, και μερικές περιοδείες ακόμα και μετά έρχεται το τεράστιο καραγκιοζιλίκι, κατά την άποψή μου. Το 2014 οι Mötley Crüe ανακοίνωσαν ότι θα ξεκίναγαν μία ακόμα περιοδεία, που θα ήταν και η τελευταία τους. Μάλιστα, σε μία ακόμα ένδειξη υπερβολής, υπέγραψαν ένα “cessation of touring agreement”. Δηλαδή, μία συμφωνία παύσης περιοδείας. Δεν θα μπορούσαν μετά το τέλος της τελευταίας τους περιοδείας να κάνουν την οποιαδήποτε συναυλία υπό το όνομα “Mötley Crüe” από το τέλος του 2015 και μετά. Και μετά;

Το 2018 ανακοίνωσαν μέσω Twitter ότι έχουν ηχογραφήσει 4 καινούρια τραγούδια. Και, για να μην πολυλογώ, έπαθαν «Πυξ Λαξ» τα παιδιά και έτρεχαν σε δικηγόρους για να βρούνε αν στη συμφωνία που είχαν υπογράψει τότε, υπήρχε κάποιο νομικό παράθυρο που να τους άφηνε να ξαναπαίξουν live. Φτάνουμε στα τέλη του 2019 όπου, μετά την επιτυχία που είχε η reunion tour των Guns n’ Roses, αποφάσισαν να βγούνε κι εκείνοι σε μία αντίστοιχη, μαζί με τους Def Leppard και τους Poison. Και το συμβόλαιο, καταστράφηκε.

Οι Mötley Crüe επηρεάστηκαν από το glam rock και, μαζί με μερικές ακόμα μπάντες, συντέλεσαν στην δημιουργία και διάδοση του glam/hair metal (poser για τους «φίλους). Πήραν επιρροές από όπου μπορούσαν να τις βρουν. Όμως, από όλα τα συγκροτήματα του «πρώτου κύματος» του hair metal, είναι οι μουσικά κατώτεροι. Σε όλη τους τη δισκογραφία φλέρταραν συνθετικά πολύ επικίνδυνα με τα όρια μεταξύ απλού και απλοϊκού. Ο πιο πλούσιος ενορχηστρωτικά δίσκος τους, είναι γραμμένος από άλλους.

Κάθε συγκρότημα ορίζεται και συγκρίνεται με τους όμοιούς του, προηγούμενους, σύγχρονους και υπό περιπτώσεις από τους ακόλουθους. Oι Mötley Crüe είναι μία πολύ σπάνια περίπτωση γιατί καταφέρνουν να είναι κατώτεροι τόσο σε σύγκριση με αυτούς από τους οποίους επηρεάστηκαν, όσο και σε σύγκριση με σύγχρονούς τους και ακόλουθούς τους. Αποτυγχάνουν να δώσουν κάτι ουσιαστικό στη μουσική. Γιατί δεν υπηρετούσαν ποτέ τη μουσική. Βέβαια, μας συστήθηκαν ως ένα μουσικό συγκρότημα. Δεν τους ένοιαζε αυτό. Ένας από τους ανθρώπους που συνεργάστηκαν με τη μπάντα από τη πλευρά του manager είπε πως “Each and every one of them may be a good guy. But together, they are just 4 stupid assholes getting high and drunk”. Αυτό είναι οι 4 των Mötley Crüe, και αυτό είναι από το 1985. Τέσσερις τύποι με νεύρα και απωθημένα, που το MTV και ένας παραγωγός τους έκαναν από μηδενικά, νούμερα.

Για κλείσιμο, η υποκειμενική μου κατάταξη στη δισκογραφία τους.

Markos Skyrianos

Read Previous

Morbid Angel – Gateways to Annihilation (2000)

Read Next

One little girl picked up a necklace from the ashes of the witches