Dead heart, in a dead world

Ήταν πασιφανές πως η πλεύση στα σκοτεινά νερά του Dreaming Neon Black επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον τραγουδιστή των Nevermore, Warrel Dane που επιμελήθηκε τους στίχους και το concept αυτού του ζοφερά θαμπού ονείρου. Ταυτόχρονα όμως τον ενέπνευσε να συνεχίσει και να δει που θα τον βγάλει.

Το πετυχημένο Dreaming Neon Black άνοιξε την όρεξη στον ίδιο και στο υπόλοιπο συγκρότημα να ακολουθήσουν αυτό το παγερό μονοπάτι. Eν τέλει τους οδήγησε στο θριαμβευτικό Dead Heart in a Dead World που κυκλοφόρησε στα μέσα ενός χειμωνιάτικου Οκτώβρη πριν 20 χρόνια.

Ο ίδιος ο Warrel Dane έχει επαληθεύσει ότι πολλά τραγούδια είναι κατά κάποιο τρόπο συνέχειες του προηγούμενου δίσκου, στην προσπάθειά του να ξεπεράσει το τραύμα της εμπειρίας του Dreaming Neon Black χωρίς να τα καταφέρει ολοκληρωτικά.  Ένα από αυτά τα τραγούδια είναι και το Narcosynthesis το οποίο μπαίνει με τις πάντες σε αυτό το τέταρτο full length album των Nevermore.

Από το εναρκτήριο Narcosynthesis, μεταφέρομαι κατευθείαν στο τελευταίο κομμάτι, το ομότιτλο για το οποίο το μπάσο των Nevermore, o Jim Sheppard έχει δηλώσει πως κάπως έτσι συνοψίζονται τα συναισθήματα του τραγουδιστή και βασικού στιχουργού μετά από ένα τόσο προσωπικό album. Όμως υπάρχει ένα φως στο τούνελ και όσο απελπιστική φαίνεται η κατάσταση, βγαίνει ένα αισιόδοξο μήνυμα εν τέλει.  Ένας από τους ακροτελεύτιους στίχους του τραγουδιού αυτό το μήνυμα αφήνει.

Burn your gods and kill the king

«Burn your gods and kill the king, subjugate your suffering». Είναι σαν μια τελική προσπάθεια του Dane να δώσει δύναμη στον ίδιο του τον εαυτό. Δεν είναι όλα τα τραγούδια προσωπικές εμπειρίες. Πίσω από αυτό το θρίαμβο που ονομάζεται Dead Heart in a Dead World υπάρχουν τραγούδια που μιλάνε για τη θρησκεία ή το αμερικάνικο δικαστικό σύστημα αλλά και το αγαπημένο (χωρίς ίχνος ειρωνείας) θέμα των περισσότερων μπαντών στα ‘90s, το οικολογικό.

Ένα από τα ουκ ολίγα hit-άκια του άλμπουμ, το Inside Four Walls, είναι αυτό που δείχνει την απέχθεια του Dane για το δικαστικό σύστημα όταν ένας φίλος του φυλακίστηκε αδίκως μέσα σε τέσσερις τοίχους για μεγάλο διάστημα μολονότι τον συνέλαβαν για πολύ μικρή ποσότητα ναρκωτικών.  Το The River Dragon Has Come εκθέτει τις οικολογικές ανησυχίες τις μπάντας. Τα The Heart Collector και Believe in Nothing (ειδικά το δεύτερο) είναι το απύθμενο πηγάδι του έρωτα για τους οπαδούς. Εκτός από έναν προσιτό ήχο έχουν μια μελωδική κοψιά αλλά αρνούμαι κατηγορηματικώς να τα αποκαλέσω μπαλάντες. Αλήθεια δε μπορώ να τα χωρέσω στην κατηγορία με τραγούδια που μιλάνε για εφηβικούς έρωτες και να τα αδικήσω κατάφορα. Μέσα στα ίδια πλαίσια εισάγεται και το Insignificant, το αγαπημένο τραγούδι του Jeff Loomis στο δίσκο. Η φωνή του Dane τόσο στα προαναφερθέντα όσο και καθ’ όλα τα 56 λεπτά του δίσκου, ακούγεται πικρή.

Συνδυάζεται τέλεια με τις σκοτεινές κιθάρες που γράφει ο Loomis με την επτάχορδή του πλέον. Ναι είναι μόνος του πλέον, μετά την αποχώρηση του Tim Calvert πριν τις ηχογραφήσεις. Ο πρώην κιθαρίστας των Forbidden και συγχωρεμένος από το 2018, επιθυμούσε τότε μια πιο στρωτή και οικογενειακή ζωή. Για τις live εμφανίσεις  προσλαμβάνουν είτε τον Curran Murphy, είτε τον πολύ Chris Broderick που όμως μένουν στη σκηνή και δε μπαίνουν στο στούντιο. Οι Nevermore παραμένουν σαν τετράδα και ορθώς πράττουν. Ο Loomis μάλλον βρήκε τον χώρο που ήθελε και έγραψε μερικά από τα δυνατότερά του κιθαριστικά θέματα. Η προσθήκη της έβδομης χορδής σε καλωσορίζει στη σύγχρονη και πιο σκοτεινή εποχή. Το χαμηλό κούρδισμα δίνει ένα πιο βαρύ και dark τόνο και όπως έχει παραδεχθεί και παλιότερα ο κιθαρίστας από το Wisconsin, ήταν μια συνειδητή απόφαση να το πράξουν αυτό.

Ακούς το Narcosynthesis ή το επίσης δαιμονισμένο και ρυθμικό Engines of Hate και αναγνωρίζεις στον ήχο τους ανερχόμενους Meshuggah. Κάτι παρεμφερές νιώθεις και στη διασκευή του γνωστού The Sound of Silence των Simon & Garfunkel που το πήραν και το έκαναν δικό τους, με το Loomis να προσθέτει δικά του κιθαριστικά θέματα!

Επιπροσθέτως «μαζεύει» όλες τις επιρροές των ηρώων του από τα ‘80s, κυρίως τη σκοτεινή τους πλευρά και τις προσαρμόζει στην τότε σύγχρονη εποχή. Κι άλλοι το προσπάθησαν τότε αλλά όχι το ίδιο πετυχημένα και με τόσο μεγάλη εμπορικότητα όσο οι Nevermore.

Προσωπική μου άποψη σε αυτό είναι πως μεγάλο ρόλο έπαιξε το ότι είχες από τη μια πλευρά τις παλιές καραβάνες (Warrel Dane, Jim Sheppard) που σαν πιο έμπειροι είχαν μεγάλη ιδέα από τα κατατόπια. Από την άλλη πλευρά είχε τον κατά δέκα χρόνια νεώτερο Loomis με τον πιο σύγχρονο τρόπο σκέψης και στη μέση τον drummer Van Williams για να φέρει ηλικιακά την ισορροπία.

Το ίδιο ισχύει και με το τέταρτό τους album που έχει πιο ισορροπημένα στοιχεία από το Politics of Ecstasy, και όπως προανέφερα και από το Dreaming Neon Black.  Μετά και το Dead Heart in a Dead World θα είναι άδικο να τους βάλεις σε στεγανά και αδύνατο να τους μπερδέψεις με άλλη μπάντα. Μετά από το album που φέτος έχει επέτειο 20 χρόνων, παγιώθηκε ο όρος Nevermore Metal.

Ο Loomis δε διστάζει σε αρκετές συνεντεύξεις να παραδεχθεί πως η σύνθεση με επτάχορδη άλλαξε τον ήχο και το παιχνίδι στον τομέα της σύνθεσης. Αλλού όμως ήταν η κίνηση ματ με βάση τα λόγια του. Αυτή ήταν η προσθήκη του Andy Sneap στο πεδίο της παραγωγής μετά από χρόνια συνεργασίας της μπάντας με τον Neil Kernon. Μετά από αυτό το ενοχλητικά βαβουριάρικο ήχο στο Politics of Ecstasy εγώ θα είχα σταματήσει εκεί τη συνεργασία μου με τον σεβαστό κατά τ’ άλλα παραγωγό. Ο Sneap τους έδωσε τον ήχο που είχαν ανάγκη και τους σύστησε στα Pro Tools.

Ακούς την καλύτερη με διαφορά παραγωγή που έχουν κάνει οι Nevermore και τολμάω να πω ίσως και σε οποιοδήποτε δίσκο κυκλοφόρησε στα 90’s. Σε συνδυασμό με την αφοσίωση της μπάντας στο στόχο που είχαν θέσει, ο Sneap ήταν η προσθήκη για το βήμα παραπάνω. Με αυτό το game changer album είναι αμαρτία να μην περιοδεύσεις και οι Nevermore περιόδευσαν εκτενώς, ίσως το περισσότερο από όλους τους δίσκους τους. Τρεις Αμερικάνικες περιοδείες, τέσσερις με πέντε ευρωπαϊκές και φυσικά πολλά stop σε Καναδά και Ν. Αμερική.

Με το Dead Heart in a Dead World δεν γνωρίζω αν η μπάντα συνέχισε να πιστεύει στο τίποτα, στο μηδέν. Δεν ξέρω  επίσης αν κατάφερε να διακρίνει το σχήμα που έπαιρνε το αύριο. Όμως γνωρίζω σαν οπαδός της μουσικής πως και με αυτό το δίσκο οι Nevermore μας παρακίνησαν να βρούμε γιατρειά για πολλούς δικούς μας καημούς και πίκρες. 

Γιώργος Γράντης

ΥΓ. Ο δίσκος έχει κυκλοφορήσει και με τρία bonus τραγουδια, ένα εκ των οποίων είναι ένα ξεχασμένο demo από την εποχή των Sanctuary. Στο demo ονομάζεται Three Chances και στη Nevermore έκδοση Chances Three. Επιπλέον βρίσκεις και τη διασκευή στο Love Bites που έχουν κάνει για τους Judas Priest. Η διασκευή είναι περίπου στα πλαίσια του Sound of Silence, δηλαδή αρκετά αλλαγμένο όπως συνήθιζε να κάνει πάντα να κάνει η μπάντα από το Seattle.

admin

Read Previous

One little girl picked up a necklace from the ashes of the witches

Read Next

No More End Of Year Lists