
Βάζω στοίχημα τα προικιά μου πως τη χρονιά του ’88 οι Judas Priest έπαιρναν με χούφτες τα painkillers (παυσίπονα). Ο πονοκέφαλος όφειλε να είναι τεράστιος μετά την κυκλοφορία του Ram It Down, που τους βρήκε να προβληματίζονται έντονα μπροστά σε ένα μονοπάτι οδυνηρής ενδοσκόπησης.
Στα μισά της δεκαετίας του ’80 οι Priest αρχίζουν να πατάνε την καυτή άμμο μιας…ερήμου. Δεν ήταν έρημος συνθετικής ανομβρίας, αλλά κάτι βαθύτερο. Στην πάλη τους να προσελκύσουν περισσότερο κοινό, έπαθαν μια καθόλου σπάνια κρίση ταυτότητας. Είναι κοινό μυστικό πως στα ‘80s ο στόχος των συγκροτημάτων από τη Γηραιά Αλβιόνα ήταν να «κερδίσουν» την εύνοια και με το αζημίωτο, της αμερικάνικης αγοράς. Όμως στα ‘80s το αμερικάνικο ραδιόφωνο έπαιζε κάθε λογής μουσική. Αρχικά AOR, και στη συνέχεια και πιο Hair Metal μπάντες. Έτσι εξηγείς κάπως τη μεταστροφή στον ήχο μεγάλων συγκροτημάτων όπως οι Rainbow, οι ανερχόμενοι Def Leppard και φυσικά οι σταρ αυτού εδώ του άρθρου, Judas Priest.
Οι Priest έχουν ήδη συστηθεί στο αμερικάνικο κοινό, στις αρχές της δεκαετίας και μάλιστα με βροντερό τρόπο και τα εκπληκτικά Screaming For Vengeance και Defenders Of The Faith. Η όρεξή τους έχει ανοίξει για τα καλά όπως και η τόλμη για πειραματισμούς (synth κιθάρες, ηλεκτρονικά τύμπανα) και το 1986 κυκλοφορούν το Turbo. Γίνεται πλατινένιο και τούς γεμίζει αρένες. Στο τέλος της ημέρας το «μαρουλοδόλλαρο» μπαίνει στην τσέπη αλλά ηχητικά κάτι δεν δουλεύει σωστά. Το μπάσο των θρύλων του metal, ο Ian Hill το επιβεβαιώνει σε μια συνέντευξή του, δικαιολογώντας την προσπάθειά τους να κάνουν μεν κάτι διαφορετικό και όχι να επαναπαυθούν. Παρόλα αυτά οι κιθάρες – synthesizer δεν τους πήγαν πουθενά δε και το Turbo είχε λάβει ανάμικτες κριτικές.
Από εκεί ξεκινούν τα προβλήματα για τους Priest με το Ram It Down να κυκλοφορεί σαν αποτέλεσμα από ένα συνονθύλευμα ιδεών που ξέμειναν από τον προκάτοχό του. Είναι ένα εξόχως σκληρό album, επιστρέφοντας στις ένδοξες εποχές αλλά κάτι δείχνει να λείπει. Σαν τα κομμάτια του παζλ να μην ταίριαζαν. Να φταίει το έντονο drum machine ή η γενική αλήθεια πως ο συγχωρεμένος πια Dave Holland δε μπορεί στις live εμφανίσεις να ακολουθήσει τους φρενήρεις ρυθμούς του (παίζει λίγα τραγούδια όπως το Blood Red Skies);
Λένε πως αν δε σπάσεις αυγά, δε φτιάχνεις ομελέτα και οι Judas Priest που εκείνα τα χρόνια βλέπουν όλες αυτές τις νεανικές Heavy/Thrash metal μπάντες να κλέβουν την παράσταση, είναι έτοιμοι να κάνουν ό,τι είναι απαραίτητο για να σηκώσουν και πάλι ψηλά το λάβαρο του Heavy Metal. Το Ram It Down ενδεχομένως να μην είναι αυτό που αναζητούν να πετύχουν σε επίπεδα σύνθεσης οι Βρετανοί. Βρίσκεται όμως στη σωστή μουσική κατεύθυνση. Επί της ουσίας αποτελεί τον πρόγονο του μεταλλικού μεγαλείου που ακούει στο όνομα Painkiller. Ποιός τολμάει να μου πει πως τουλάχιστον το ομότιτλο ή το Hard As Iron δε μπορούν σε οιοδήποτε επίπεδο να σταθούν και σαν τραγούδια του Painkiller που φέτος κλείνει 30 ολόκληρα χρόνια;
Ο K.K. Downing, από τους βασικούς συνθέτες του δίσκου, αναφέρθηκε σχετικά πρόσφατα στον τρόπο που κινήθηκε η σκέψη τους και στο thrash metal κίνημα που τους έδειξε πως ο χώρος έπρεπε να εξελίσσεται και το ίδιο και οι μπάντες. Σκέφθηκαν τότε πως αυτή είναι η φυσική εξέλιξη και πείστηκαν ακόμα περισσότερο για την απόφαση της πορείας όταν άρχισα να έχουν στις περιοδείες τους thrash metal σχήματα. Τότε πίστεψαν πως αυτό το κάτι νέο ήταν καλό. «Άρα οι Priest με το Painkiller αργότερα ήταν μια έμπνευση για πολλά συγκροτήματα να γίνουν πιο heavy και πιο γρήγορα» ήταν η κατάληξη του έτερου κιθαρίστα.

Στο ίδιο μήκος κύματος δηλώσεων έχει κινηθεί και ο Glen Tipton, η «πρώτη φωνή» συνθετικά, που σε παλιότερες συνεντεύξεις του επιβεβαίωσε πως «το Ram it Down ήταν η επιστροφή μας στα πιο σκληρά albums και το Painkiller ήταν ο ακόλουθός του αλλά πιο ραφιναρισμένος, πιο επιθετικός και δυνατός. Οι καιροί αλλάζουν και εσύ πρέπει να αλλάξεις μαζί τους. Κάναμε ένα update στον ήχο μας».
Ο πρώην πλέον guitar hero των Priest (βγήκε στη σύνταξη για λόγους υγείας) μίλησε για update και εννοούσε τότε το thrash κίνημα λέγοντας πως Thrash και Heavy metal είναι ένα και το αυτό. Ναι, αυτό το Thrash Metal που άνοιγε τα μεταλλικά φτερά του εκεί στα μέσα των ‘80s, δεν του περνούσε καθόλου απαρατήρητο ούτε οι νέοι μουσικοί του που το συγκροτούσαν. Οι Priest το είδαν ιδίοις όμμασι όταν πήραν μαζί τους Slayer στην “Mercenaries of Metal Tour” του 1988. Για να λέμε και του στραβού το δίκιο, οι Priest είχαν αφήσει μια κληρονομιά που την άρπαξαν όλες αυτές οι θορυβώδεις και υπερ-γρήγορες για την εποχή μπάντες.
Here comes the Metal Meltdown
Run for your lives
Αναπνέοντας αυτό τον μεταλλικό αέρα της ανανέωσης, το κιθαριστικό δίδυμο Tipton & Downing ανάμεσα στο ’88 και το 89 αρχίζει να γράφει υλικό, φτιάχνοντας demo με ένα drum machine. Ο επί μια οκταετία drummer τους Dave Holland ήταν ήδη παρελθόν. Καλό το drum machine για να μπορέσεις να ετοιμάσεις κάποιες ιδέες, αλλά οι Priest χρειαζόντουσαν ένα drummer. Στην ουσία είχαν εδώ και χρόνια ανάγκη από ένα drummer. Το τζάκποτ ήρθε στο όνομα του Scott Travis. Αν δεν ήταν ο ίδιος για να θέσει αυτό το διαολεμένο τόνο στα τύμπανα, ίσως να μην απολαμβάναμε το Painkiller με την τελική του μορφή.
Ο Travis ήταν χρόνια οπαδός τους και μάλιστα όπως έχει αποκαλύψει ο ίδιος, στις αρχές των 80’s και στη Screaming for Vengeance Tour όταν οι Priest ήρθαν στην πόλη του (Virginia) για live, προσπάθησε να τους προσεγγίσει. Αυτό το έκανε μετά το live σε ένα bar δίπλα στο χώρο της συναυλίας όπου πέτυχε τον Tipton και του συστήθηκε. Με την οπαδική αφέλεια τότε τον ρώτησε πως είναι να παίζουν με τον Holland στα ντραμς, λες και ο Tipton θα του προσέφερε κάποια θέση.
Αυτό φυσικά δεν έγινε και μερικά χρόνια μετά ο Travis μετακομίζει στο Los Angeles για να ενταχθεί στους εντυπωσιακούς Racer X. Δεν έμεινε όμως για πολύ. Ο τραγουδιστής τους Jeff Martin τον συστήνει στους Priest που ψάχνουν για ένα τύπο πίσω από τα τύμπανά τους. Το Νοέμβριο του ’89 πηγαίνει έτοιμος στην οντισιόν. Ο ίδιος σε συνέντευξή του έχει αποκαλύψει κάποια, όσα θυμάται από τα 5 τραγούδια που του ζήτησε η μπάντα για να γνωρίζει ως μέρος της δοκιμασίας. «Ήταν το Green Manalishi, το You’ve got another thing comin’ και ίσως και το The Ripper. Μου είχαν δώσει και μια κασέτα με κάποια πρόωρα demo του Painkiller”. Επιτέλους ο κιθαριστικός χαλασμός που προετοίμαζαν οι Tipton – Downing βρίσκει τον ανθρώπινο μετρονόμο του.

Όλοι έχουν παραδεχθεί πως με τον πρώην drummer αυτά που ακούει ο κόσμος στο album δε θα μπορούσαν να γίνουν. Ο τότε 28χρονος Travis έφερε με το drum kit του πολλά στοιχεία στους Priest. Έφερε αυτή την έξτρα ενέργεια από όλους τους προκατόχους του και φυσικά και τη διπλή μπότα ή τη γνωστή δίκαση στη μεταλλική καθομιλουμένη. Αυτός άλλωστε έβαλε τις βάσεις για το ομότιτλο κομμάτι με το σύντομο μα και φημισμένο drum solo, ανοίγοντας την αυλαία του 12ου album των Judas Priest. Την απόφαση να ξεκινήσει ο νέος drummer, την εκλαμβάνω και σαν δήλωση της μπάντας προς πάσα κατεύθυνση.
Urban Legend θέλει αυτό να έγινε στις οντισιόν για να πάρει τη θέση, αλλά την έμπνευση την είχε αλλού ο Travis. Ήταν ήδη στις τάξεις των Priest και ήταν στο πρώτο studio που πήγαν να ηχογραφήσουν. Στο χώρο του Miraval Studios που βρίσκεται στο γαλλικό Correns, ο Travis μια ηλιόλουστη ημέρα έκανε τη ρουτίνα του, το ζέσταμά του. Άρχισε να παίζει καθ’ αυτό τον τρόπο με όλους στο χώρο να τον ενθαρρύνουν να συνεχίσει. Όπερ και εγένετο το intro όχι μόνο του τραγουδιού, αλλά και ολόκληρου του δίσκου. Επίσης ο Travis έμελε να είναι ο drummer τους μέχρι και σήμερα κάνοντάς τον, τον μακροβιότερο drummer στην ιστορία της μπάντας. Εκτός από κάτι μικρολεπτομέρειες στο ταμπούρο του Touch Of Evil, όλα τα υπόλοιπα παίχτηκαν από τα δαιμονισμένα χεράκια και ποδαράκια του.
Πιο πριν και ειδικά για το ομότιτλο τραγούδι το συγκρότημα επί δυο εβδομάδες το ετοίμαζε, έχοντας κλείσει ένα σπίτι σε ισπανικό έδαφος. Έτσι όταν μπήκαν στο studio ήξεραν που πατούσαν και που βρίσκονταν. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που ξέρουμε όλοι με την αυτού εξοχότης, το Rob Halford να έχει πει το 2013 στο Kerrang! πως είναι το τραγούδι για το οποίο νιώθει τη μεγαλύτερη περηφάνια στην καριέρα του. Αναλύοντάς το παλιότερα η μεγαλύτερη heavy metal τσιρίδα που έχει περάσει από αυτό τον κόσμο έχει πει πως παρότι πρόκειται για γρήγορο τραγούδι, η μελωδία δε χάνεται.
Αυτό το σημαντικό κομμάτι τόσο για τους Priest όσο και για το Heavy Metal έχει σαν πρωταγωνιστή έναν φωτεινό μεταλλικό άγγελο που προστατεύει την ανθρωπότητα και εκδικείται για αυτή. Το concept καλύπτει στιχουργικά σχεδόν όλα τα τραγούδια του δίσκου. Κάπου διάβασα πως το Hell Patrol παρεκκλίνει κάπως, έχοντας σαν βασικό του θέμα τους αμερικάνους πιλότους στον πόλεμο του Κόλπου που είχε αφετηρία το καλοκαίρι του 1990.
Όταν έχεις ένα τόσο βαρύ σαν μέταλλο concept, τότε πρέπει να κάνεις τα πάντα στο studio για να εντυπωσιάσεις το ακουστικό σύστημα του απαιτητικού χεβιμεταλλά. Εκείνο τον καιρό ο Chris Tsangarides φάνταζε η τέλεια επιλογή το σχήμα. Είχε πετυχημένο παρελθόν με τους Priest (δούλεψε σαν μηχανικός ήχου στο τεράστιο Sad Wings Of Destiny) και κατά τη διάρκεια των ‘80s είχε ασχοληθεί με προοδευτικές τεχνικές. Πολλές μάλιστα είχαν αφετηρία από την εποχή του Sad Wings Of Destiny. Ήταν ανερχόμενος και έτσι του δόθηκε η ευκαιρία να συμπεριλάβει στο βιογραφικό του τη μεγαλύτερη στιγμή του σαν παραγωγός.
Στο studio χρησιμοποίησε όλα τα όπλα στη φαρέτρα του, μεταξύ άλλων και ένα πρόγραμμα με τον τίτλο “Fairlight CMI”. Έτσι ήχοι όπως αμόνια, σίδερα, κεραυνοί κ.α. που ακούς στο δίσκο γίνονται ακόμα πιο ρεαλιστικοί, πιο πιστευτοί σαν να είσαι στο επίκεντρο μιας ταινίας. Αφού ετοίμασαν το υλικό τους λίγους μήνες πριν, με τον Tsangarides ξεκίνησαν να ηχογραφούν τον Ιανουάριο του 1990, πρώτα στη Γαλλία και ύστερα στα Wisseloord Studios που θα τα πετύχεις στο όχι τόσο φημισμένο Hilversum της Ολλανδίας. Οι φρέσκες αποκαλύψεις του Don Airey στο Anti-Hero Magazine πως έπαιξε το μπάσο στο δίσκο, ισχύουν. Τον προσέλαβαν να παίξει τα πλήκτρα στο Painkiller. Όμως ήθελαν ένα heavy ήχο και ο πληκτράς που έχει περάσει από όλους τους μεγάλους (Rainbow, Gary Moore, Black Sabbath, Ozzy), αρκέστηκε στο να βάλει το λιθαράκι του στο Touch of Evil, στο οργανικό Battle Hymn και…στα μέρη του μπάσου. Ο Ian Hill εκείνο τον καιρό ήταν άρρωστος και αδυνατούσε ακόμα και στα sessions να παρευρεθεί. Έτσι ο Airey με τη βοήθεια ενός Minimoog synthesizer εκτελεί και τα μέρη του μπάσου! Σε κάποια ελάχιστα σημεία απ’ ότι καταλαβαίνω ακούς και το μπάσο του Hill.

Στόχος της μπάντας είναι να κυκλοφορήσουν το Painkiller όσο πιο νωρίς γίνεται το χειμώνα ώστε οι fans να μάθουν τα τραγούδια και να είναι έτοιμοι να κάνουν headbanging με αυτά στην καλοκαιρινή περιοδεία. Όταν κάνεις σχέδια ο Θεός γελάει και στην περίπτωση των Priest το ρόλο του Θεού παίζει η εταιρεία τους μέσω της… Αμερικάνικης δικαιοσύνης.
Η γνωστή δίκη (Vance vs. Judas Priest για όποιον ενδιαφέρεται να ψάξει) των κατηγοριών προς τη βρετανική μπάντα από τις οικογένειες των δυο αμερικάνων teenager που αυτοκτόνησαν, καλά κρατάει από το 1985. Όμως στα μέσα του 1990 θα λάβει τέλος και αυτό περιμένει η εταιρεία των Priest, την αναθεματισμένη ετυμηγορία. Αυτό περιμένει εναγωνίως και η μπάντα μέσα σε βαρύ κλίμα νευρικότητας από μαρτυρίες ανθρώπων στο ολλανδικό studio. Η ετυμηγορία εκδίδεται τελικά στις 24 του Αυγούστου υπέρ των Priest λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων και αυτό δρομολογεί επιτέλους την κυκλοφορία του δίσκου.
Στην αρχή φθάνει μέχρι το No 26 στα charts και μέχρι τα Χριστούγεννα έχει γίνει χρυσό. Πλέον έχει ξεπεράσει τα 2 εκατομμύρια σε πωλήσεις. Φυσικά όλο το 1991 οι Priest βρίσκονται στο δρόμο για την προώθησή του. Εκεί αρχίζουν και οι προστριβές του Halford με τα υπόλοιπα μέλη. Ο Metal God επιθυμεί να φτιάξει ένα thrash metal project με φίλους αλλά η μπάντα διαφωνεί και ζητά την αφοσίωσή του, ιδιαίτερα μετά από ένα τέτοιο comeback όπως είναι το Painkiller. Το 1992 ο frontman αποχωρεί με τις κακές γλώσσες να λένε πως το έκανε μέσω ενός fax!
Η ιστορία έχει γράψει πως για μια δεκαετία όλες οι πλευρές αναδείχθηκαν χαμένες, και… οι τρεις. Οι Priest έμειναν ανενεργοί δισκογραφικά για ένα τεράστιο διάστημα και όταν επέστρεψαν το 1997, αυτό ήταν με το αποπροσανατολισμένο Jugulator. Ο Halford πέρα από τους Fight έκανε παρατεταμένες διακοπές. Η επιστροφή του το 2000 με το Resurrection ήταν σαφώς ανώτερη από την πρώην μπάντα του. Η τρίτη πλευρά είναι οι ίδιοι οι οπαδοί του μεταλλικού ήχου που έχασαν εν μια νυκτί τους Judas Priest του απόλυτου Painkiller, για πολλούς το δίσκο ορισμό του Heavy Metal.
Γιώργος Γράντης