Το λάθος συναίσθημα της έκπληξης
Υπάρχει μια επίμονη τάση στον μέσο Έλληνα – και, κατ’ επέκταση, στα ΜΜΕ που απευθύνονται σε αυτόν – να “ανακαλύπτει” την καφρίλα σαν να είναι νέο φαινόμενο. Σαν να εμφανίστηκε ξαφνικά την τελευταία δεκαετία, λες και η μισαλλοδοξία, ο ρατσισμός, ο σεξισμός και η θρησκοληψία γεννήθηκαν στον 21ο αιώνα. Σαν να έφταιξαν τα social media ή η πολιτική πόλωση.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο διάβασα και το άρθρο του Δημήτρη Πολιτάκη στη Lifo. Ήταν η αφορμή για να γράψω αυτό το κείμενο — όχι ο στόχος κριτικής. Το λάθος βρίσκεται στο ρήμα: «η φαιά καφρίλα έχει νομιμοποιηθεί». Η καφρίλα δεν νομιμοποιήθηκε. Δεν έφυγε ποτέ για να χρειαστεί επιστροφή. Το 2025 δεν ζούμε μια έκρηξη. Ζούμε μια επανεμφάνιση, με την ειρωνική έννοια ενός συγκροτήματος του ’80 που κάνει τρίτο reunion επειδή διαπιστώνει πως έχει ακόμη κοινό.
Τα θεμέλια της καφρίλας (1950–1990)
Για να καταλάβει κανείς το σήμερα, πρέπει να αναγνωρίσει το πριν. Και η Ελλάδα των δεκαετιών 1950–1990 δεν ήταν κοινωνία προοδευτισμού ή ανεκτικότητας. Διαμορφώθηκε πάνω σε τρεις σταθερές: συντηρητισμό, μισαλλοδοξία και θρησκοληψία.
Στη δεκαετία του ’50, η ομοφοβία λειτουργούσε ως εργαλείο ταξινόμησης. Ένα αγόρι που διάβαζε, που ενδιαφερόταν για την ποίηση, που δεν επέδεικνυε επιθετική συμπεριφορά χαρακτηριζόταν “ύποπτο”. Φράσεις όπως «ντιντής» ή «πίσωγλέντης» δεν θεωρούνταν προσβολές· ήταν ο κοινωνικός κώδικας. Δεν ανήκαν στο περιθώριο. Εκφέρονταν από γονείς, δασκάλους, παπάδες.
Στον ελληνικό κινηματογράφο των ’60s και ’70s, η βία κατά των γυναικών παρουσιαζόταν ως αυτονόητο μέσο επιβολής. Ο άντρας χαστούκιζε τη γυναίκα του για “να συνέλθει”. Δεν χρειάζεται να επιβληθεί σύγχρονη ορολογία περί “τοξικής αρρενωπότητας”. Δεν υπήρχε άλλη αρρενωπότητα τότε. Η βία ήταν η επίσημη μορφή της.
Στα ’80s και ’90s, ο ρατσισμός ενσωματώθηκε στην ψυχαγωγία. Τα ανέκδοτα Ποντίων κυριαρχούσαν. Οι Αλβανοί αντιμετωπίστηκαν ως κατώτερη ομάδα. Οι Ρομά χαρακτηρίζονταν ως “εκ φύσεως παραβατικοί” πολύ πριν αυτό αποτυπωθεί στατιστικά. Ο ρατσισμός δεν εισήχθη. Προϋπήρχε.
Την ίδια περίοδο, η θρησκοληψία λειτουργούσε ως κοινωνική ραχοκοκαλιά. Το Άρθρο 3 του Συντάγματος του 1975 δεν αποτέλεσε μεταπολιτευτικό ατύχημα. Επαναλαμβάνει σχεδόν αυτολεξεί μια διάταξη που υπάρχει από το Σύνταγμα του 1844. Εκατόν τριάντα χρόνια συνταγματικής συνέχειας πριν από τη Μεταπολίτευση είχαν ήδη κατοχυρώσει την Ορθόδοξη Εκκλησία ως θεσμικό πυρήνα του κράτους. Οι δίκες περί “βλασφημίας” και τα υποχρεωτικά Θρησκευτικά είναι απλώς η σύγχρονη εκδοχή μιας παλιάς δομής.
Αυτός ήταν ο κόσμος που τους διαμόρφωσε. Και ό,τι βλέπουμε σήμερα είναι η λογική συνέχειά του.
Η πολιτική συνέχεια χωρίς καμία ρήξη
Οι παραπάνω αντιλήψεις δεν παρέμειναν στην καθημερινότητα. Πέρασαν αυτούσιες στην πολιτική κουλτούρα.
Το 1992, τεράστια πλήθη διαδήλωναν για το Μακεδονικό με τρόπο που σήμερα θα χαρακτηρίζαμε ανοιχτά εθνικιστικό — όπως, ορθώς, κάναμε και στις πορείες για τη Συμφωνία των Πρεσπών 30+ χρόνια μετά. Το 2000 χιλιάδες άνθρωποι διαμαρτύρονταν ώστε να παραμείνει το θρήσκευμα στις ταυτότητες. Στα ’90s καταγράφηκαν πογκρόμ εναντίον Αλβανών μετά από ποδοσφαιρικούς αγώνες. Η Χρυσή Αυγή δεν εμφανίστηκε σε κενό. Η σύγχρονη ακροδεξιά δεν είναι “έκπληξη”. Είναι μεταφορά του ίδιου αξιακού φορτίου από την πλατεία στη Βουλή.
Η πολιτική δεν παρήγαγε την καφρίλα. Την αποτύπωσε.
Η έρευνα του Σημείου: όταν το παλιό γίνεται αριθμός
Το άρθρο της Lifo είχε μια θετική συνέπεια: με οδήγησε για πρώτη φορά στην έρευνα του Σημείου για τη Μελέτη και την Αντιμετώπιση της Ακροδεξιάς. Δεν γνώριζα την ύπαρξή του. Η έρευνα είναι διαθέσιμη εδώ:
Έρευνα Σημείου (PDF): https://shorturl.at/sxWX5
Σε αντίθεση με τις συνηθισμένες τηλεφωνικές δημοσκοπήσεις λίγων λεπτών, αυτή η έρευνα είναι διαδικτυακή, εκτενής και απαιτεί χρόνο. Οι 1.153 συμμετέχοντες κάθισαν, διάβασαν και απάντησαν συνειδητά. Οι απαντήσεις τους δεν είναι παρορμητικές. Είναι σταθερές και γνήσιες.
Τα ποσοστά στις ηλικίες 55+ είναι ενδεικτικά:
– 78%: «πάρα πολλοί μετανάστες»
– 65%: «οι μουσουλμάνοι απειλούν την ταυτότητα της χώρας»
– 61%: «οι Ρομά είναι εκ φύσεως παραβατικοί»
– 52%: αντισημιτικές πεποιθήσεις
– 51%: υπέρ της θανατικής ποινής
– 37%: ανάγκη για «ισχυρό εθνικό κόμμα»
– 32%: η Χούντα είχε «καλά»
– 25%: μια δικτατορία ίσως είναι προτιμότερη από τη δημοκρατία
Αυτά τα ευρήματα δεν δείχνουν νομιμοποίηση. Δείχνουν συνέχεια. Αποτελούν την ωμή καταγραφή ενός αξιακού συστήματος που δεν εξαφανίστηκε ποτέ. Αυτό ήταν το πραγματικό συμπέρασμα που όφειλε να εντοπίσει πρώτο το άρθρο της Lifo — όχι ότι η καφρίλα “νομιμοποιήθηκε”, αλλά ότι απλώς μετρήθηκε.
Το παράδοξο της ανεκτικότητας και το αναγκαίο όριο
Ο Popper περιέγραψε πριν από ογδόντα χρόνια το παράδοξο μιας κοινωνίας που δείχνει απεριόριστη ανοχή σε αντιλήψεις που θέλουν να καταργήσουν την ανοχή. Η Ελλάδα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Για δεκαετίες αντιμετώπιζε τον ρατσισμό, τον εθνικισμό, τη μισαλλοδοξία και τη θρησκοληψία ως “γνώμη”. Σήμερα οι ίδιες αντιλήψεις ζητούν χώρο, ισχύ και θεσμικότητα.
Το αντίδοτο δεν είναι ο διάλογος. Δεν είναι η κατανόηση. Δεν είναι η υπομονή. Είναι το όριο: η καθαρή θέση ότι αντιλήψεις που καταργούν δικαιώματα δεν είναι άποψη αλλά απειλή. Και το μόνο που μπορεί να αλλάξει δεν είναι οι 55+. Είναι η απόφαση της κοινωνίας να σταματήσει να παράγει άλλους σαν αυτούς.
Επίλογος
Κοίτα να δεις τώρα…όλα όσα έχω γράψει παραπάνω, δεν είναι πράγματα που διαβάζεις ή βλέπεις πρώτη φορά. Τα έχεις συναντήσει ξανά. Αμφιβάλλω όμως αν τα συνάντησες πουθενά αλλού έτσι, μαζεμένα και συγκροτημένα. Να ξέρεις όμως κάτι: δεν ανακαλύπτω τον τροχό ούτε νομίζω ότι έχω βρει κάποια αλήθεια που όλοι οι υπόλοιποι αγνοούσατε την ύπαρξή της. Θέλω όμως στη ζωή μου, σε κάθε aspect της που επιβάλλεται η βελτίωσή της, να εντοπίζω την πηγή του προβλήματος. Ειδικά αν η πηγή έχει και ιστορική βάση. Είμαι ρεαλιστής και ορθολογιστής. Δε μπορώ να λέω ότι «η ξενοφοβία ξεκίνησε με τη μετανάστευση Αλβανών και πως φταίει ο Σαμαράς που άνοιξε τα σύνορα μόλις άνοιξε τις φυλακές ο Μπερίσα». Με πιάνεις; Το παραπάνω γεγονός ήταν μία ακόμα αφορμή να δείξει ο Έλληνας πόσο ξενοφοβικός είναι. Γιατί έχει ποτιστεί το μυαλό του επί σειρά γενεών με το «πας μη Έλλην, βάρβαρος».