Holy Wood (In the Shadow of the Valley of Death)

Υπήρξαν καιροί όπου ο Marilyn Manson αποτελούσε την αρχή και το τέλος σε μια κουβέντα. Δεν ήταν απλώς μέρος της συζήτησης αλλά ήταν το ίδιο το αντικείμενο συζήτησης. Είναι λίγο θολό το πόσο κράτησε αυτό, δηλαδή το να αναφέρεται το κάθε μέσο πληροφόρησης στο πρόσωπό του ή το να συγκεντρώνονται διάφοροι εξαγριωμένοι διαδηλωτές ποικίλων θρησκευτικών οργανώσεων έξω από κάθε συναυλία του.  Είναι όμως ακριβές, όχι το πότε ξεκίνησε αυτό το κύμα αλλά το πότε έφθασε στο peak του, επηρεάζοντας αδιαμαρτύρητα το δίσκο στον οποίο έχω ρίξει τα προβόλια μου αυτή τη φορά.

Λίγο πριν τον Holy Wood (In the Shadow of the Valley of Death),ο οποίος το Νοέμβριο είχε επέτειο 20 εσταυρωμένων χρόνων, ο Manson άρχισε να τραβάει τα βλέμματα όλων, σημαντικών και ασήμαντων. Αυτό είχε αρχίσει να συμβαίνει αισθητά με το εχθρικά σκοτεινό Antichrist Superstar και να εκτοξεύεται με το Mechanical Animals και το glam φιζίκ του Manson που συστήνεται ξανά στον κόσμο ως ένας σύγχρονος Ziggy Stardust. Δυο δίσκοι, αμέτρητες διαφορές αλλά ένας κοινός σκοπός, το ότι ήταν μέρη μιας τριλογίας, ενότητες ενός αρρωστημένου «παραμυθιού» που θα κατέληγε με το Holy Wood του 2000.

Εδώ που μας μπέρδεψε ο κύριος Warner (a.k.a Marilyn Manson) είναι πως το Holy Wood υποτίθεται πως θα ήταν το πρώτο μέρος, κατέληξε όμως να είναι ο επίλογος. Το μουσικό του στυλ και η ατμόσφαιρά του θυμίζουν έντονα το Antichrist Superstar και αυτό αρχικά με έβαλε σε σκέψεις πως ο δίσκος του 1995 είναι η συνέχεια του Holy Wood. Διαβάζοντας όμως την ιστορία από τα λεγόμενα του ίδιου του δημιουργού της, μάλλον το Mechanical Animals «γεννήθηκε» για να βρίσκεται στη μέση.

«Μπορεί να ερμηνευθεί με πολλούς τρόπους η ιστορία» έχει εξηγήσει στα media ο ίσως πιο προκλητικός καλλιτέχνης στην Αμερική τότε και συνέχισε λέγοντας πως περιληπτικά πρόκειται για ένα παιδί, για ένα χαρακτήρα που επιθυμεί να είναι μέρος μιας κοινωνίας, ενός κόσμου του οποίου νιώθει ότι δεν του είναι επαρκής. Αυτή η οργή και η πικρία του μεταμορφώνεται σε κάτι επαναστατικό και τελικά όλο αυτό καταλήγει να μετατραπεί σε ένα ακόμα προϊόν. Όταν συνειδητοποιεί αυτή την πραγματικότητα, η μόνη του επιλογή είναι να καταστρέψει το δημιουργό του, δηλαδή τον ίδιο του τον εαυτό.

Στιγμιαία όλο αυτό μου ακούστηκε σαν αυτοβιογραφικό. Για ποιόν Manson χτυπάει η καμπάνα; Γεγονός είναι πως στην τριλογία χρησιμοποιούνται πολλά αληθινά σκηνικά από την παιδική ηλικία του Brian Warner, τραυματικές του εμπειρίες αναμεμειγμένες με τα φαντασιοκοπήματά του και στο Holy Wood η ιστορία «ιδρώνει» τόνους από αυτά.

Ο Manson μπλέκει τρεις γνωστές φιγούρες της παγκόσμιας ιστορίας. Αυτές οι κεντρικές φιγούρες είναι ο Ιησούς Χριστός, ο πρόεδρος Kennedy και ο John Lennon. Όλοι τους εκτελέστηκαν, όλοι τους άφησαν τα εγκόσμια από το ανθρώπινο χέρι και «όλοι τους είχαν την επανάσταση μέσα τους και το γεγονός πως τελικά αυτοί που προσπαθούσαν να αλλάξουν τον κόσμο, κατέληξαν να τους αλλάξει ο κόσμος» όπως περιγράφει ο Manson.

Και κοίτα τα σημάδια, λέει ένα άσμα. Ο Manson αφήνει πολλά ψίχουλα για να ακολουθήσεις στα μονοπάτια της ιστορίας του. Το Godeatgod σε υποδέχεται σε αυτό το τέταρτο album και κάνει λόγο για τη δολοφονία του Kennedy. Στο αποκαλυπτικό Lamb Of God θεμελιώνεται η άποψη του Manson πως οι δολοφονημένοι γίνονται μάρτυρες, ηρωοποιούνται. “That’s how Jack became sainted” αναφέρει αυτή η rock περσόνα. Jack είναι το ψευδώνυμο του JFK. Λίγο παρακάτω ο στίχος “Nothing’s going to change the world” είναι ένα ειρωνικό (;) νεύμα στον αντίστοιχο στίχο που έγραψε ο John Lennon στο Across the Universe με τους Beatles. Ο Lennon αναφέρεται λίγο παρακάτω στο Lamb Of God (“There was Lennon and a happy gun”) όπως και ο εκτελεστής του, Mark David Chapman (“We were looking for Mark David”).

Ο Manson είχε μια ιδιαίτερη καούρα με τα ‘60s εκείνο τον καιρό, λέγοντας πως το Holy Wood θα ήθελε να είναι το δικό του White Album. Γιατί όμως; Ένας λόγος ήταν διότι ο Charles Manson τότε στους περιβόητους φόνους του 1969 από τους ακόλουθούς του, είχε αναφέρει πως για όλα φταίει το Helter Skelter των Beatles που το εντοπίζεις στο γνωστό δίσκο των “Σκαθαριών”, White Album.

Ο Marilyn Manson στη διάρκεια των ηχογραφήσεων είχε διασκευάσει το Sick City του ανθρώπου που είχε υιοθετήσει το επίθετό του. Η διασκευή δεν είδε το φως παρά μόνο μια μέρα μετά το θάνατο του παρανοϊκού εγκληματία (20 Νοεμβρίου 2017), προκαλώντας αντιδράσεις από συναδέλφους του με πιο σκληρή αυτή του Paul Stanley των KISS.

Το τεράστιο μέρος που είχε νοικιάσει στους λόφους του αμαρτωλού Hollywood για να κάνει τις ηχογραφήσεις, είχε χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν και από τους Rolling Stones για την ηχογράφηση του Let it Bleed του 1969 (με τον τίτλο ξεκάθαρη σπόντα στο Let It Be των Beatles)  και για το ντοκιμαντέρ τους Cocksucker Blues λίγα χρόνια μετά. Ήταν η εποχή όπου οι Stones είχαν σταυρωθεί για την τραγωδία του Altamont Festival και των τεσσάρων θανάτων του. Τα ‘60s λοιπόν ήταν «ματωμένα» και στο ιδιαίτερο νου του Manson έκαναν την απόλυτη σύνδεση με ένα γεγονός που ήρθε να του ενοχλήσει την ήδη διαταραγμένη σφηκοφωλιά της ιδιοσυγκρασίας του: Τη Σφαγή στο Λύκειο του Columbine, στις 20 Απριλίου του 1999, δηλαδή τις ημέρες που συγκροτούνταν το Holy Wood.

We’re the nobodies
Wanna be somebodies

Για τους πυροβολισμούς και τη σφαγή με 13 συνολικά νεκρούς και πάνω από είκοσι τραυματίες τη γνωρίζουμε, όπως όλοι γνωρίζουμε και την επίθεση που δέχθηκε εκείνο τον καιρό ο Marilyn Manson για τις πράξεις των δυο έφηβων δολοφόνων και τελικά αυτοχείρων. Οι δυο τους δε προσάρτησαν τις πράξεις που επρόκειτο να κάνουν με τη μουσική του καλλιτέχνη. Αυτό όμως το διέπραξαν τα media, συνδέοντας τα δήθεν αντικοινωνικά μηνύματα του Manson με το τραγικό γεγονός. 

Ο τραγουδιστής δεν είχε πολλές επιλογές μετά από αυτό. «Τα Μέσα με κατηγόρησαν για όλες τις πράξεις βίας. Και εγώ τι έπρεπε να κάνω; Να γυρίσω κώλο ή να γυρίσω και να τους σπάσω τα δόντια. Διάλεξα το δεύτερο. Διάλεξα να το κάνω με αυτό το album και να το κάνω τόσο σκληρά που θα εύχονταν να μην είχαν γεννηθεί» είναι μια από τις ενδεικτικές οργισμένες του δηλώσεις και τονίζοντας πως συνέπεια ήταν να δώσουν στο τελικό αποτέλεσμα επιπρόσθετη οργή.

Εκείνη την εποχή ο triggered Manson δε μάσησε τα λόγια του: «Ανακηρύσσω πόλεμο στις Ηνωμένες Πολιτείες, όχι σε όλους αλλά στη ρηχή βιομηχανία του θεάματος. Πιστεύουν πως είναι το κέντρο του σύμπαντος. Και όσο θα το κάνω αυτό, θα ζω εδώ στο ίδιο το Hollywood». Από εκεί ψηλά στους πρόποδες της πόλης των αγγέλων, ετοιμάζει το αρτιστικό του χτύπημα. Μια παρανοϊκή ιστορία πνιγμένη μεταξύ άλλων στο αψέντι και στις θεωρίες συνομωσίας. Το σκοτεινό παρελθόν του Hollywood βγαίνει για χριστουγεννιάτικα ψώνια (μέρες που είναι) με τον αποκρυφισμό και εκεί πετυχαίνουν ένα γκρουπάκι από ιδεολογικά ανοίγματα, από την αίρεση του Manson ως επιρροές της νουβέλας “Η κοιλάδα με τις κούκλες” του 1966. Είναι τόσες πολλές οι τελείες που έχουν τη δυνατότητα να συνδεθούν μεταξύ τους. Θα μπορούσε να είναι πιο σύντομο; Ναι, θα μπορούσε. Θα ήταν όμως ένα ολοκληρωμένο Marilyn Manson όραμα;; Όχι, με τίποτα.

Μετά τους πυροβολισμούς ακυρώνει πολλές συναυλίες στην περιοχή του μακελειού ως πράξη σεβασμού προς τους θανόντες και τις οικογένειές τους και αρχίζει να γράφει πυρετωδώς. Μεταξύ άλλων συντάσσει ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο με τίτλο “Columbine: Ποιός είναι ο υπαίτιος;” και καταγγέλλει την εσφαλμένη αντιμετώπιση της κοινωνίας προς τους ανθρώπους που αργότερα εξελίσσονται μαζικοί δολοφόνοι.

Για να ανοίξει τις πύλες της εκφραστικότητας, πειραματίζεται με αψέντι και μυοχαλαρωτικά χάπια. Ήταν ένα είδος τελετουργίας για τον ίδιο διότι τον παίρνει από την καθημερινότητα και τον μεταφέρει σε ένα μέρος για να συγκεντρωθεί και να δημιουργήσει. Το vibe του χώρου που είναι όλη την ώρα παγωμένος, παίζει μεγάλο ρόλο, Οι ηχογραφήσεις δε γίνονται μόνο στην κατοικία του Manson, αλλά και σε ένα τεράστιο σπίτι που παλιότερα άνηκε στο μάγο Houdini. Μπόλικες οι ιστορίες πως ήταν στοιχειωμένο και σε αυτές ήρθε να προστεθεί  το γεγονός πως παλιότερα το είχαν νοικιάσει σαν κλινική εκτρώσεων! Ο Manson εκείνο τον καιρό είχε ψυχραθεί παντελώς με τον μέντορά του, τον Trent Reznor. Στο album όλη η μπάντα συνεισφέρει αρκετά με βασικούς τον Twiggy (μπάσο) και τον John5 (κιθάρα). Ο Manson δουλεύει πρώτα τα τραγούδια με τον John5 και μετά τα παρουσιάζουν στο υπόλοιπο γκρουπ.  

You say you want a revolution, man
And I say that you’re full of shit

Τρία single «γεννάει» ο δίσκος. Το πρώτο είναι το μεγάλο hit με τίτλο Disposable Teens που μιλάει για την επαναστατικότητα των εφήβων απέναντι στην γονική εξουσία. Το επόμενο, το Fight Song κατακρίνει με πανέξυπνο τρόπο την αποθέωση της βίας ανάμεσα στις νέες ηλικίες. Τρίτο και τελευταίο είναι το The Nobodies και έχει να κάνει με τους δολοφόνους από το περιστατικό στο Columbine. Τρία τραγούδια που γίνονται πασίγνωστα με κοινό γνώμονα τις νέες γενιές και την κουλτούρα τους, στην Αμερική κυρίως. Ο ίδιος ο Manson δίνει έμφαση στην λανθασμένη αντίληψη των γονιών προς τα παιδιά τους και το ρόλο τους που μέχρι να γίνουν 18 χρονών τους συμπεριφέρονται σαν κατοικίδια χωρίς να τους παραχωρούν πολλά δικαιώματα. Υπογραμμίζει πως οι νέοι είναι ικανοί για κάτι επαναστατικό, απλά δεν έχουν γνώση των δυνατοτήτων τους. Αυτές οι δηλώσεις του έρχονται σε πλήρη αρμονία με το ότι ενισχύει πολλές φιλανθρωπικές οργανώσεις που έχουν σαν κεντρική ιδέα τους τη δημιουργικότητα των νέων ανθρώπων όπως τις “Music For Life”, “Little Kids Rock” και το “Make-A-Wish Foundation”.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του δίσκου ο Manson φτύνει με πίκρα τους στίχους – τιμωρούς. «Υπάρχει αυτή η πικρία και το μίσος απέναντι στην ανθρωπότητα που δεν μπορεί να καταφέρει να φτάσει και τις πιο απλές φόρμες εξέλιξης» λέει σε ανύποπτο χρόνο στο Alternative Press και πάνω κάτω αυτό είναι το ζουμί του δίσκου, δηλαδή πως το ανθρώπινο είδος είναι προκαθορισμένο να αυτοκαταστραφεί. «Το ερώτημα είναι αν μπορέσουμε να αλλάξουμε αυτή την πορεία. Είναι στα χέρια σας παιδάκια και το ερώτημα είναι τι μπορείτε να κάνετε για να το αλλάξετε;» καταλήγει στη συνέντευξη.

Όταν όμως τα παιδιά διαπαιδαγωγούνται και αναθρέφονται με τον λάθος τρόπο; Εδώ είναι που πατάει πολλούς κάλους ο Manson, με το The Love Song. Πρόκειται για ένα ρομαντικό τραγούδι που επιτίθεται στην αγάπη των Αμερικάνων για τα όπλα, «ξεβρακώνοντας» τις ηθικές αξίες στην Αμερικάνικη οικογένεια. Με την οπτική του Manson, η μητέρα συμβολίζεται με το  όπλο και ο πατέρας με το χέρι. Το παιδί είναι η σφαίρα. Είναι ευθύνη των γονιών που θα πυροβολήσουν και θα στείλουν τη σφαίρα. Ο ίδιος έχει παραδεχθεί πως αν δεν εκφράζονταν, θα έκανε και ο ίδιος μπαμ.

Όμως πόσο δύσκολο είναι να εκφρασθείς όταν η λογοκρισία σε ακολουθεί σε κάθε σου καλλιτεχνική ανάσα; Το εξώφυλλο περιέχει αυτή την αγανάκτηση κατά της λογοκρισίας όπου στον εσταυρωμένο Manson λείπει η κάτω γνάθος. Πληροφοριακά στην κάτω αριστερή πλευρά του εξωφύλλου παρατηρείται και ένα τμήμα από την αναφορά του ιατροδικαστή στο πτώμα του Kennedy.

Από την τριλογία, το Holy Wood αποδεικνύεται το λιγότερο πετυχημένο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν εισβάλει στα charts. Έφτασε στο Νο13 του Top 200 στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στην ίδια την Αμερική που αρχικά απαγορεύεται να βρεθεί στα ράφια μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών όπως τα Walmart και Kmart, και στη συνέχεια εμφανίζεται μόνο αν το εξώφυλλο κρύβεται από ειδική χάρτινη θήκη. Οι πωλήσεις είναι σχετικά χλωμές από αυτό τον αδιάκοπο πόλεμο, όμως ο Manson είναι ικανοποιημένος γιατί δικαιώνεται περί προκατάληψης απέναντι στο πρόσωπό του.  

Για το Holy Wood και συνολικά για την τριλογία ο Manson έχει μεγάλα σχέδια από την αρχή της ιδέας, δηλαδή από τις αρχές των ‘90s. Η έκδοση ενός βιβλίου συγχρόνως με την κυκλοφορία του δίσκου του 2000 και ίσως και το γύρισμα μιας ταινίας ήταν στα πλάνα του. Ο ίδιος έχει αποκαλύψει πως αρκετοί γνωστοί στο χώρο επιθυμούσαν  να συνεργαστούν μαζί του αλλά εν τέλει έκαναν πίσω λόγω του υλικού που έριχνε γροθιές στα μαλακά σημεία της πολιτικής και της θρησκείας. Για την ταινία ήρθε σε επαφή με ένα από τα είδωλα του, τον cult σκηνοθέτη Alejandro Jodorowsky. Δεν είναι κρυφό πως το Holy Wood πήρε τον τίτλο του από την ταινία του υπέργηρου πλέον σκηνοθέτη με τίτλο “Holy Blood (Santa Sangre)”.

 I won’t ask forgiveness, my faith has gone dry

Το Holy Wood στέκεται δυνατά στο σταυρό του μετά από 20 χρόνια. Ο δίσκος σαν καλλιτεχνική δήλωση έχει τη δική του αξία. Όμως αυτό που αξιώνει εκατό φορές περισσότερο αυτό το album είναι η αντίδραση του δημιουργού του. Είναι τα αντανακλαστικά ενός καλλιτέχνη που βρίσκεται στριμωγμένος στα σχοινιά της συντηρητικής Αμερικής που διψάει να ονοματίσει έναν αποδιοπομπαίο τράγο για τις αμαρτίες της.

Γιώργος Γράντης

admin

Read Previous

No More End Of Year Lists

Read Next

Seasons In The Abyss