Four savages with cash – part 1

Οι Mötley Crüe δεν μου γέμιζαν ποτέ το «μάτι». Από την πρώτη φορά που έτυχε να ακούσω τραγούδι τους (ούτε θυμάμαι πότε ήταν αυτή), μέχρι και σήμερα, δεν μου αρέσουν. Δεν έχω κάποιο δίσκο τους, δεν μου έχει έρθει ποτέ να «ακούσω ένα δίσκο τους». Ενώ τα ακούσματα μου στη rock και metal μουσική είναι πολύ εκτεταμένα σε είδη (ίσως πάρα πολύ), οι Mötley Crüe και το glam/hair metal ποτέ δεν μου έκανε ιδιαίτερη αίσθηση, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Θέλω όμως να ξέρω γιατί δεν μου αρέσουν. Θέλω να έχω ολοκληρωμένη γνώμη. Οπότε, μετά από προσεκτική ακρόαση όλης της δισκογραφίας τους, κατέληξα στο γιατί.

Οι Mötley Crüe είναι ένα συγκρότημα που η μουσική είναι το τέταρτο πράγμα για το οποίο είναι πιο γνωστοί. Πρώτο είναι τα ναρκωτικά, δεύτερο είναι ένα τροχαίο, τρίτο είναι το πουλί του Tommy Lee και τέταρτο είναι η μουσική. Ενδιάμεσα παίζουν μπάλα παραγωγοί, προαγωγοί, έμποροι ναρκωτικών, εταιρείες, και φυσικά καβγάδες και πάθη.

Πρώτα από όλα όμως πρέπει να ξεκαθαρίσουμε το υπόβαθρο της εποχής. Της εποχής των τελών της δεκαετίας του ’70 και των αρχών της δεκαετίας του ’80. Μία περίοδος που ήδη το punk είχε προλάβει να γεννηθεί, να σταθεί στα πόδια του, να κάνει θόρυβο, και να πεθάνει το ίδιο γρήγορα (περισσότερα για το punk, σε επόμενο κείμενο). Το κοινό που έχουν οι Mötley Crüe και η punk μουσική είναι το progressive rock. Στη δεκαετία του ’70 υπήρξαν δύο μεγάλα ρεύματα στη rock μουσική. Το progressive rock με τα τραγούδια των πολλών μερών και των μεγάλων διαρκειών (με μερικά φανταστικά solos), και το arena rock των τεράστιων συναυλιακών χώρων και των τεράστιων κοινών. Ο κόσμος μπούχτισε από αυτό, και κυρίως από το progressive rock. Έτσι βρήκε έδαφος το punk (προφανώς όλα αυτά καταγράφονται τελείως επιγραμματικά εδώ). Όμως το arena rock δεν ήταν κάτι που το είχε βαρεθεί ο κόσμος. Άσε που δεν το είχε καταλάβει. Δεν είχε καταλάβει ότι το arena rock ξεκίναγε στο studio. Εκεί στήνονταν τα τραγούδια με έναν από τους βασικούς γνώμονες να είναι πως θα ακούγονται σε ένα στάδιο με 150.000 κόσμο από κάτω. Enter hair metal.

Το hair metal πήρε στοιχεία από όπου μπορούσε να τα βρει εύκολα. Όμως, δεν νομίζω ότι είχε κατανοήσει απόλυτα. Πήρε την ανδρόγυνη περσόνα του David Bowie και του glam rock, αλλά τη φόρτωσε πολύ με τον «αέρα» της Sunset Strip, της λακ, του κομμωτηρίου και της τσιχλόφουσκας. Κυρίως γιατί δεν κατάλαβε το λόγο ύπαρξης της ανδρόγυνης περσόνας του Bowie. Για το Bowie ήταν μία εναλλακτική προσωπικότητα (alter ego ελληνιστί). Για το hair metal ήταν απλά μία υπερβολή. Και μπορεί οι T-Rex και οι New York Dolls να σκάμπαζαν και 5 πράγματα από μουσική πέραν των βασικών, δεν γίνεται να ειπωθεί το ίδιο για όλους όμως.

Οι Mötley Crüe ιδρύθηκαν το 1981 και την ίδια χρονιά έβγαλαν τον πρώτο τους δίσκο (Too Fast For Love). Η αδιάφορη παραγωγή του album μπορεί να δικαιολογηθεί σε μεγάλο βαθμό από την τεχνολογία της εποχής και την έλλειψη χρημάτων της μπάντας, που την έκανε μόνη της. Αλλά και η δεύτερη έκδοση του δίσκο από την Electra Records δεν ήταν και πολύ καλύτερη, παρόλο που έβαλε το χέρι του ένας πρώην παραγωγός των Queen. Τι να σου κάνει όμως η παραγωγή όταν το υλικό που υπάρχει μέσα δεν είναι ικανοποιητικό;

Σε αυτό το δίσκο οι Mötley Crüe, ή μάλλον καλύτερα ο Nikki Sixx που έγραψε τα περισσότερα από τα τραγούδια, δείχνει να μην μπορεί να φιλτράρει τις επιρροές του. Τα περισσότερα riffs φέρνουν στο μυαλό περισσότερο μία NWOBHM μπάντα, παρά μία glam metal μπάντα. Φυσικά, το 1981 που βγήκε ο δίσκος δεν υπήρχε καλά καλά το hair metal. Η απόσταση όμως που (δεν) είχαν τα τραγούδια από το NWOBHM είναι πολύ μικρότερη από όσο θα ήθελαν οι ίδιοι. Θα κρατήσω το Live Wire από αυτό το δίσκο γιατί είναι ένα πραγματικά καλό τραγούδι, αν και στα όρια μεταξύ απλού και απλοϊκού. Θα σταθώ όμως λίγο στο εξώφυλλο του δίσκου που κατά δήλωση των ίδιων, είναι ένα tribute στο Sticky Fingers των Rolling Stones. Τι σχέση έχουν οι Rolling Stones με όλο αυτό; Και τι σχέση έχουν οι Mötley Crüe με τους Rolling Stones. Well…ναρκωτικά, groupies, ένα ατύχημα. Do the math.  

Κατά τη διάρκεια μίας περιοδείας που έκλεισαν τότε στον Καναδά, υπήρξαν 3 γεγονότα που έστρεψαν τη ματιά αρκετών πάνω στο συγκρότημα. Αρχικά έφτασαν στο αεροδρόμιο του Edmonton με τα ρούχα της σκηνής. Και φυσικά η αστυνομία τους σταμάτησε γιατί τα καρφιά θεωρήθηκαν «επικίνδυνα όπλα». Μετά, ο Vince Neil είχε μαζί του μία μικρή βαλίτσα με τσοντοπεριοδικά. Κατασχέθηκαν ως «απρεπές υλικό». Τέλος, σε ένα από τα μαγαζιά που έπαιξαν, κυκλοφόρησε μία φήμη για τοποθέτηση βόμβας με στόχο την μπάντα. Και τα 3 αυτά γεγονότα αποδείχθηκε ότι ήταν στημένα από τον τότε manager της μπάντας (Eric Greif). Κάπως έτσι ξεκίνησε η «φήμη» της πιο επικίνδυνης μπάντας του πλανήτη. Το αν ο Greif είχε αντιληφθεί ότι με τις συνθετικές τους ικανότητες και μόνο δεν θα πετύχαιναν και πολλά και για αυτό έστησε αυτά τα PR stunts, είναι μία αστήριχτη προσωπική υπόθεσή μου.

Στο δεύτερο δίσκο της μπάντας (Shout At The Devil – 1983) υπάρχουν κάποια δείγματα συνθετικής ωρίμανσης σε σχέση με το ντεμπούτο. Αναμενόμενο αν σκεφτεί κανείς ότι όταν βγήκε ο πρώτος δίσκος οι ηλικίες των μελών ήταν: Nikki Sixx – 23 ετών, Mick Mars – 26 ή 31 ετών (διίστανται οι απόψεις), Vince Neil – 20 ετών, Tommy Lee – 19 ετών. Η προσοχή όμως της μπάντας είναι σε μεγάλο βαθμό βασισμένη στο οπτικό κομμάτι. Η πεντάλφα στο εξώφυλλο του δίσκου κολλάει μόνο με το ομότιτλο τραγούδι. Αλλά, ας όψεται η Tipper Gore και η PMRC που κατάφεραν να συντελέσουν και αυτοί στη δημοσιότητα τόσο του δίσκου, όσο και του συγκροτήματος.

Πέραν του ομότιτλου, που είναι ένα τραγούδι που σου μένει στο μυαλό, ο δίσκος δεν έχει να προσφέρει και πολλές συγκινήσεις. Η δε διασκευή στο Helter Skelter των Beatles απέχει μίλια από έστω να πλησιάσει την έκφραση «πέρασε και δεν ακούμπησε». Δύο όμως είναι τα πράγματα που μου τράβηξαν περισσότερο την προσοχή σε αυτό το δίσκο. Κανένα δεν είναι θετικό.

Το πρώτο είναι πως ο Mick Mars ως κιθαρίστας δείχνει να μην μπορεί να σταθεί μόνος του. Δεν μπορεί να υποστηρίξει το ρόλο ενός κιθαρίστα που θα μοιράζεται στα τραγούδια σε ρυθμικός και lead. Αν αυτός ο δίσκος κυκλοφορούσε στο σήμερα, θα πρότεινα ο κιθαρίστας να αφοσιωθεί σε έναν από τους 2 ρόλους. Γιατί με αυτές τις συνθήκες τα riffs όλων των τραγουδιών ακούγονται πολύ «βασικά» και ανέμπνευστα, και τα solos (ούτε σκέψη για leads και licks μέσα στα τραγούδι) είναι πολύ πρωτόλεια. Υπάρχουν απλώς γιατί πρέπει να υπάρχουν.

Το δεύτερο που μου τράβηξε την προσοχή είναι μία «κούραση» που υπάρχει στη φωνή του Neil. Δεν είχα ποτέ μου καμία αίσθηση ότι είναι ο καλύτερος τραγουδιστής του κόσμου. Αλλά ο δίσκος αυτός κυκλοφόρησε όταν ο Neil ήταν 22 ετών. Όταν όλη η καθημερινότητά σου είναι ξύδια και ναρκωτικά, είναι λογικό στα 22 σου να δείχνει σημάδια κόπωσης η φωνή σου. Βέβαια, αν η κοινή μουσική γνώμη (οπαδών και μουσικών) δεν σνόμπαρε τόσο τα progressive rock συγκροτήματα τότε, θα μπορούσαν να μάθουν 5 πράγματα για το πώς μπορείς να τα συνδυάσεις όλα αυτά. Αλλά, όχι.

Ο τρίτος δίσκος ενός συγκροτήματος είναι ο πιο σημαντικός της καριέρας του. Είναι ο make it or break it δίσκος. Γιατί ο πρώτος αποτελείται από τραγούδια που γράφονταν πολλά χρόνια πριν καλά καλά υπάρξει το συγκρότημα, και έχουν την ορμή του «θα κατακτήσουμε τον κόσμο». Ο δεύτερος έχει ό,τι περίσσεψε από τον πρώτο δίσκο, συν ότι γράφτηκε όσο γινόταν η όποια προώθηση του πρώτου δίσκου. Οπότε, στον τρίτο δίσκο το εκάστοτε συγκρότημα καλείται να γράψει καινούρια τραγούδια σχεδόν από το μηδέν για να κυκλοφορήσει το δίσκο. Καλείται να βρει μία χρυσή τομή μεταξύ υποχρέωσης, προσωπικής έκφρασης και ικανοποίησης κοινού σε συνδυασμό με το κυνήγι καινούριου κοινού. Οι Mötley Crüe όταν βρέθηκαν σε αυτή τη χρονική στιγμή, παρέδωσαν στον κόσμο το χειρότερο δίσκο της πρώτης περιόδου τους.

Στο Theatre Of Pain (1985) η παραγωγή του δίσκου, που εξακολουθεί να γίνεται από τον ίδιο άνθρωπο, είναι παντελώς αδιάφορη. Φαίνεται να μην έχει γίνει καμία απολύτως προσπάθεια να τονιστεί το οποιοδήποτε ατού κάποιου τραγουδιού, απλώς να βρίσκονται όλα τα μέρη του τραγουδιού σε μία σχετική ισορροπία μεταξύ τους. Βέβαια, αναρωτιέμαι αν γινόταν μία τέτοια προσπάθεια, ποια είναι τα ατού του συγκεκριμένου δίσκου; Τα riffs είναι απίστευτα «βασικά», σα να μιλάμε για NWOBHM riffs Α’ Δημοτικού. Οι ταχύτητες έχουν μειωθεί, και μιλάμε για ανθρώπους γύρω στα 25. Και η μεγαλύτερη επιτυχία που προέκυψε από αυτό το δίσκο είναι μία διασκευή!

Οι Mötley Crüe δεν έκαναν καν τον κόπο να δούνε και να ακούσουνε τι συμβαίνει στην ίδια τη σκηνή τους, που σε πολύ μεγάλο βαθμό βοήθησαν να δημιουργηθεί. Που ήδη τους είχε ξεπεράσει. Την προηγούμενη μόνο χρονιά έχουν κυκλοφορήσει οι εξής δίσκοι, που είτε λίγο είτε πολύ είναι στο ίδιο μήκος κύματος: Whitesnake – Slide It In, Van Halen – 1984, Twisted Sister – Stay Hungry, Europe – Wings Of Tomorrow, Bon Jovi – Bon Jovi, KISS – Animalize. Τα παλικάρια των Crüe όμως δεν πήραν χαμπάρι τίποτα. Γιατί; Γιατί είναι διαρκώς μεθυσμένοι και σουρωμένοι.

Εδώ χρειάζεται να κάνω μία παρένθεση. Δεν είμαι κανενός είδους πουριτανός. Ούτε με το αλκοόλ, ούτε με τα ναρκωτικά. Θα χρησιμοποιήσω την φράση του Bill Hicks ειδικά για τα ναρκωτικά: “I love drugs. They are responsible for some of my most favorite songs”. Δυσκολεύομαι όμως πολύ να δεχτώ τους ανθρώπους που παραδίδονται στα πάθη τους. Το ξέρω ότι με την επόμενη πρόταση θα διαπράξω βλασφημία, αλλά δεν πειράζει: και ο Jimmy Page έπινε βαρέλια από τα πάντα, και κατάπινε/ρούφαγε/τρυπιότανε με τα πάντα. Το έργο όμως που παρέδωσε, ακόμα και υπό την επήρεια ουσιών και αλκοόλ είναι από αυτά που χαρακτηρίζουμε «αξεπέραστα». Ακόμα όμως και αν χρησιμοποιήσω ως παράδειγμα έναν σαφέστατα λιγότερο ταλαντούχο μουσικό από τον Jimmy Page, όπως ήταν ο Kurt Cobain, πάλι το έργο του είναι κλάσεις ανώτερο.

Επιστρέφω στους Mötley Crüe και στον κακό τρίτο δίσκο τους. Αν το συγκρότημα δεν είχε αποκτήσει τη φήμη που είχε, αυτός ο δίσκος θα το διέλυε. Η εταιρεία θα τους παράταγε, το 1985 δεν υπήρχε ούτε κατά διάνοια η δυνατότητα να βγάλουν μόνοι τους δίσκους, και θα πέρναγαν στην ιστορία. Αλλά, λίγο το MTV, λίγο η ατραξιόν της οποιαδήποτε ζωντανής εμφάνισής τους με ότι καραγκιοζιλίκια στα όρια της παντελούς έλλειψης αξιοπρέπειας και αυτοσεβασμού, λίγο η PMRC και ο κίνδυνος δεν υπήρξε ουσιαστικά ποτέ. Άσε που λόγω της προώθησης από την Electra ο δίσκος έφτασε στο Νο 6 των Αμερικάνικων charts.

Και με τι ακολούθησαν αυτή τη κυκλοφορία του το συγκρότημα; Με το Girls, Girls, Girls (1987). Πραγματικά, εν έτη 2020 βέβαια, αλλά απορώ πως έκανε επιτυχία ο δίσκος με τόσο κακή παραγωγή, και ειδικά στα drums. Η μπότα ειδικά είναι απίστευτα αδύναμη. Οι κιθάρες έχουν ξεκάθαρα το πιο generic ήχο που έχω ακούσει ποτέ μου από τόσο «πρωτοκλασάτη» μπάντα, και τα εφέ στη φωνή του Neil δε κρύβουν τις τεχνικές του αδυναμίες.

Όμως, Νο 2 στις ΗΠΑ, Νο 4 στον Καναδά και Νο 4 στην Αγγλία. Δύο εξηγήσεις υπάρχουν για την εμπορική επιτυχία του δίσκου. Η πρώτη είναι το «όνομα» του συγκροτήματος, που οφείλεται στις ζωντανές εμφανίσεις του. Βέβαια, υπάρχει λόγος που μέχρι το 1999 ότι live έκδοση κυκλοφόρησε από τραγούδι τους ήταν B-side σε singles, και μόλις τότε κυκλοφόρησε ο πρώτος live δίσκος τους. Η δεύτερη εξήγηση είναι η «αντίδραση» των νέων στο «καθεστώς» των γονιών τους. Θυμίζω, είμαστε στα ‘80s. Το όλο παρουσιαστικό των Mötley Crüe και των δίσκων τους, σε συνδυασμό με τους στίχους που είχαν να κάνουν 70% με το sex, 25% με τα ναρκωτικά και 5% με άλλα θέματα, βοηθούσαν τους έφηβους της εποχής να «επαναστατήσουν». Και δυστυχώς, ήταν πολλοί αυτοί που επαναστάτησαν έτσι. Είναι οι ίδιοι που στη δεκαετία των ‘90s έγιναν κουστουμάτοι yuppies.

To be continued…

Markos Skyrianos

Read Previous

Going off the rails on a crazy train

Read Next

Morbid Angel – Gateways to Annihilation (2000)