A Distance Over Time: Μία κριτική για ένα συγκρότημα, και έναν drummer

Παρακολουθώ αρκετά στενά τους Dream Theater εδώ και πολλά χρόνια. Αλλά τους παρακολουθώ με ένα μη οπαδικό τρόπο. Δεν τρέχω να «απαιτήσω» πράγματα από τις επόμενες δουλειές τους. Προσπαθώ πρώτα να ακούω τι καινούριο δίνουν και τι έχουν να παρουσιάσουν, να καταλάβω το «γιατί» πίσω από το τελικό αποτέλεσμα, και μετά αφήνομαι να σχηματίσω γνώμη και να πάρω θέση. Όμως τα τελευταία χρόνια οι ίδιοι οι Dream Theater δεν με έχουν βοηθήσει να είμαι τόσο ήρεμος μαζί τους.

Η όλη ιστορία με τον Mike Portnoy, το διάλειμμα που δεν εγκρίθηκε, η αποχώρηση, η προσπάθεια επιστροφής και η άρνηση αυτής είναι θέματα για μεγάλες συζητήσεις, αλλά δεν έχουν να κάνουν άμεσα με τη μουσική. Επηρεάζουν μόνο έμμεσα αυτή. Μετά περάσαμε στις auditions για τον επόμενο drummer των Dream Theater. Και στην ανακοίνωση του Mike Mangini.

Μία μικρή «άνω τελεία» εδώ. Επειδή πρόσφατα είδα ξανά τις auditions που έγιναν τότε. Ακόμα πιστεύω ότι η καλύτερη επιλογή ήταν ο Thomas Lang. Έχοντας δει και αρκετά videos του από drum clinics στο Youtube, θεωρώ ότι και σαν προσωπικότητα επί σκηνής θα ταίριαζε περισσότερο. Όταν ανακοινώθηκε ο Mangini, ευχόμουν να αλλάξουν στυλ για να μπορέσει να ταιριάξει ο καινούριος drummer.

Μετά ήρθα τα «καραγκιοζιλίκια» με τους τίτλους. A Dramatic Turn Of Events για τίτλος του δίσκου, και μερικοί τίτλοι τραγουδιών όπως On The Back Of Angels, Lost Not Forgotten και Breaking All Illusions. Αλλά, είπα να τα ξεπεράσω και αυτά, και το εξώφυλλο. Αυτό που δεν μπορούσα να ξεπεράσω με τίποτα ήταν το πόσο είχαν αλλάξει οι ισορροπίες μεταξύ των μελών σε επίπεδα παραγωγής. Σχεδόν εξαφανισμένο το μπάσο του Myung, πολύ μπροστά οι κιθάρες και τα πλήκτρα, και αρκετά στο βάθος τα drums. Πράγματα που δεν γίνονταν ποτέ όσο ήταν στην μπάντα ο Portnoy.

Επόμενος δίσκος και μία από τα ίδια. Ούτε να ασχοληθώ. Ο τρίτος όμως δίσκος με τον Mangini στα drums έβγαλε κάποια σημάδια βελτίωσης μιας και ο ήχος των drums βελτιώθηκε κατά πολύ, και οι χαμένες ισορροπίες στην παραγωγή άρχισαν να επιστρέφουν. Το αποτέλεσμα ήταν το The Astonishing, που όμως ως 2πλό concept album με 34 tracks έμοιαζε καταδικασμένο. Αν οι Dream Theater είχαν γράψει 34 τραγούδια με τον γνωστό τους τρόπο, ο δίσκος θα ήταν ανυπόφορα τεχνικός. Αν είχαν γράψει 34 τραγούδια με απλές και βατές δομές, ο δίσκος θα ήταν αδιάφορος. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα.

Όλα αυτά τα χρόνια έχω αρνηθεί να τους «πληρώσω» με τον οποιοδήποτε τρόπο. Ούτε δίσκους, ούτε συναυλίες όσο ο Mangini είναι drummer τους, γιατί πιστεύω ότι δεν ταιριάζει, και όσο οι Petrucci και Rudess έχουν αυτή την συνθετική συμπεριφορά. Αλλά συνεχίζω να παρακολουθώ. Και φτάνουμε στο Distance Over Time.

Στο Untethered Angel που ανοίγει τον δίσκο ακούω ένα από τα πιο «δικά τους» riffs μετά από αρκετό καιρό. Ειδικά η καθαρή κιθάρα στην εισαγωγή θυμίζει εποχές A Change Of Seasons. Βέβαια το main riff του τραγουδιού δεν είναι ακριβώς breath-taking, αλλά δεν θα χαλαστώ. Άλλωστε, είναι αρκετά groove-άτο. Τα drums έχουν πολύ καλύτερη παραγωγή από ότι στους προηγούμενους δίσκους με τον Mangini σε γενικές γραμμές. Το σημαντικό για εμένα σε αυτό το τραγούδι είναι το μικρό «τεχνικό» μέρος που προηγείται των solos. Μου δείχνει μία τάση από το συγκρότημα να γυρίσει σε αυτό που ξέρει να κάνει πολύ καλά.

Στην εισαγωγή του Paralyzed μπορώ να βρω τα δυνατότερα επιχειρήματά μου στη διαφωνία μου με την επιλογή του Mangini. Το riff του Petrucci είναι απλό για τα δεδομένα των Dream Theater. Έχει όμως ύφος. Και μάλιστα είναι βαρύ και έντονο ύφος. Μπορείτε να φανταστείτε πως θα είχε ντύσει ρυθμικά αυτό το riff ο Portnoy; Αν ναι, παρατηρήστε τι κάνει ο Mangini. Ουσιαστικά τίποτα. Ξαναλέω, για τα δεδομένα των Dream Theater. Κάπου εδώ λογικά σε κάποιους από εσάς θα δημιουργηθεί η απορία «ρε φίλε, περιμένεις να γράψει μουσική όπως ο Portnoy;». Η απάντηση είναι, ναι. Ο Mangini μπήκε σε μία μπάντα που ο αρχικός της drummer συνέβαλλε το ακριβές ποσοστό που του αναλογούσε στη διαμόρφωση του ήχου της μπάντας. Αν η μπάντα ΔΕΝ θέλει να αλλάξει ήχο, είναι «αναγκασμένη» να βρει έναν drummer που να συμμετέχει εξίσου στις συνθέσεις όσο ο Portnoy. Όχι να φτιάχνει ρυθμικά γεμισματάκια για να στηρίξει ένα απλό riff.

Για να επιστρέψω όμως στο τραγούδι πρέπει να πω πως μέχρι τα μισά είναι ένα μέτριο τραγούδι. Παρουσιάζει μία μικρή έκλαμψη περίπου 20 δευτερολέπτων, για να συνεχίσει στην μετριότητα από την οποία δεν ξεφεύγει δυστυχώς ούτε το solo. Και έτσι, πάνε τα 2 από τα 9.

Για κάποια χρόνια στην Ελλάδα κυκλοφορούσε ένα ηλίθιο σχόλιο που έλεγε ότι οι Dream Theater αντιγράφουν τους Metallica. Όσο και να έψαχνα δεν μπορούσα να βρω κάπου να το στηρίξω. Αλλά, αυτό καταλάβαινε ο συντάκτης ενός περιοδικού, αυτό έγραψε. Το θέμα έιναι ότι έρχονται οι Dream Theater το 2019 να γράψουν ένα riff, το πρώτο του Fall Into The Light, για να επιβεβαιώσουν εκείνον τον συντάκτη. Κοίτα να δεις. Κατά τ’ άλλα, έχουμε ένα κλασικό τραγούδι τους, που στο ρεφρέν κόβει ταχύτητα και ο Mangini επιτέλους δείχνει κάποιες συνθετικές ικανότητες που δεν είχαν φανεί μέχρι τώρα στους Dream Theater. Το ιντερλούδιο μετά το πρώτο ρεφρέν είναι ένα τυπικό ιντερλούδιό τους, αν και πολύ αργό. Θεωρητικά μπορώ να πω ότι και η όλη δομή στο solo είναι πρωτότυπη για τους Dream Theater, αλλά δεν είναι και κάτι το φοβερό. Και το solo στα πλήκτρα μου θυμίζει πολύ Spock’s Beard.

Το Barstool Warrior με έκοψε στα μισά. Ενώ η εισαγωγή και το πρώτο riff ήταν όσο τεχνικά θα ήθελα να είναι, το ρεφρέν είναι τελείως απλοϊκό. Και, έχοντας φτάσει στο 4ο τραγούδι, αρχίζει να με ενοχλεί το πως ο LaBrie επαναλαμβάνει τις ίδιες αξίες και διάρκειες σε όλα του τα ρεφρέν, μέχρις στιγμής. Και για πρώτη φορά στη δισκογραφία τους, συναντώ τραγούδι που θα μπορούσαν να του κόψουν κάποιο μέρος μετά το solo και να είναι λίγο μικρότερο. Τραβάει πολύ σε διάρκεια για τη σύνθεσή του και το αποτέλεσμα είναι λίγο κουραστικό.

Το πιο rock-άδικο τραγούδι του δίσκου, και ένα από τα ποιο rock-άδικα της δισκογραφίας τους. Το Room 137 είναι το πρώτο τραγούδι που ο Mangini συνεισφέρει στιχουργικά. Καταπιάνεται με τον «μαγικό» αριθμό 137 (για τους φυσικούς) και παρόλα αυτά, γράφει μερικούς από τους πιο κοινότυπους και απλοϊκούς στίχους που θα μπορούσε να γράψει κανείς για αυτό το θέμα. Ουσιαστικά, δεν αγγίζει καν το θέμα.

Ο δίσκος συνεχίζει με το S2N το οποίο είναι επίσης αρκετά τεχνικό. Γενικότερα στον δίσκο οι Dream Theater δείχνουν μία διάθεση να γράψουν λίγο πιο πολύπλοκα και τεχνικά, χωρίς όμως να φτάνουν στο επίπεδο παλιότερων συνθέσεών τους. Βέβαια, προφανώς αυτό δεν το μετέφερε κανένας στον LaBrie ο οποίος συνεχίζει ακάθεκτος διατηρώντας το ίδιο ύφος σε όλον τον δίσκο. Πάντως, ανεξάρτητα από την αύξηση της «τεχνικότητας», συνεχίζει η πλειοψηφία των συνθέσεων να βασίζεται σε απλά μέτρα, χωρίς τις ακροβασίες του παρελθόντος.

Το At Wit’s End ήταν το πρώτο τραγούδι που γράφτηκε για τα sessions του καινούριου δίσκου. Από το τελικό αποτέλεσμα μπορώ να υποθέσω ότι μπήκαν πολλοί ενθουσιασμένοι στη προοπτική αυτού του δίσκου. Δεν μπορώ όμως να καταλάβω τι έγινε μετά. Γιατί κανένα από τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου δεν παρουσιάζουν ούτε τα μισά από αυτά που γίνονται εδώ μέσα. Εδώ οι Dream Theater γράφουν ένα από τα γνωστά τους μεγάλα τραγούδια. Έχει διάφορα μέρη, έχει κάποιες σχετικές κλιμακώσεις σε συνθετικό και ενορχηστρωτικό επίπεδο. Βέβαια, πάλι σε μπαλάντα παραπέμπει το μέρος του solo, αλλά δεν πειράζει. Είναι ένα Dream Theater τραγούδι που ακούγοντάς το από μακριά «φαίνεται» ότι είναι Dream Theater.

Για το Out Of Reach έχω μόνο μία απορία: για ποιο λόγο προσπάθησαν οι Dream Theater να γράψουν μία μπαλάντα σαν τους Journey; Επίσης, για όσους θεωρούν ότι τους «πυροβολώ» υπερβολικά για την επιλογή Mangni, ακούστε αυτό το τραγούδι και αμέσως μετά ακούστε στα καπάκια το Forsaken για να καταλάβετε τη διαφορά.

Το Pale Blue Dot που κλείνει τον δίσκο είναι το πιο «φορτωμένο» τραγούδι του δίσκου. Στιχουργικά δείχνει να έχει μείνει (ή και, περισσέψει) από το concept του The Astonishing, αλλά αυτό δεν είναι πρόβλημα (1 είναι έτσι κι αλλιώς, δεν είναι 34). Ακόμα όμως και σε αυτή την περίπτωση, ακόμα και σε αυτό το τεχνικά απαιτητικό τραγούδι, το πιο απαιτητικό του δίσκου, ο Mangini δεν αρπάζει την ευκαιρία να φανεί και να δείξει τις τεχνικές του ικανότητες.

Δεν θέλω να με παρεξηγήσετε. Δεν θεωρώ σε καμία των περιπτώσεων τον Mike Mangini κακό drummer. Δεν μπορώ να το κάνω γιατί δεν ισχύει. Έχει συνεργαστεί με μερικούς πολύ απαιτητικούς καλλιτέχνες και συγκροτήματα. Extreme, Annihilator, Steve Vai, Nuno Bettencourt. Πέραν αυτών, είναι και βοηθός καθηγητή μουσικής στο Berklee. Μπορεί στις ΗΠΑ να ισχύει σε αρκετές περιπτώσεις το ρητό “those who can’t do, teach”, αλλά ο Mangini είναι από τις εξαιρέσεις. Το θέμα όμως δεν είναι γενικά και αντικειμενικά οι ικανότητές του και οι γνώσεις του. Το θέμα είναι αν ταιριάζει με το ύφος μίας συγκεκριμένης μπάντας. Και ειδικά όταν το ύφος αυτό είναι αναγνωρίσιμο και στα όρια του trademark.

Και η προσωπική μου άποψη είναι πως, όχι. Ο Mangini δεν ταιριάζει στο ύφος των Dream Theater. Για να τον «προσεγγίσουν» σε αυτούς τους 4 δίσκους έχουν αναγκαστεί ή να θάψουν το όργανό του στην παραγωγή (στο 60% του A Dramatic Turn Of Events η μπότα του Mangini καλύπτεται από το μπάσο του Myung), ή να γράψούν κάτι που δεν μπορούν/δεν θέλουν/δεν το έχουν (The Astonishing). Τώρα που βρήκαν μία κάπως μέση λύση, γράφουν περίπου όπως έγραφαν, αλλά σε σημαντικά χαμηλότερη ταχύτητα.

Η σειρά των δίσκων των Dream Theater για εμένα, έχει πλέον ως εξής:

  1. Images And Words
  2. Metropolis Pt 2: Scenes From A Memory
  3. Six Degree Of Inner Turbulence
  4. Train Of Thought
  5. Awake
  6. Falling Into Infinity
  7. When Dream And Day Unite
  8. Octavarium
  9. Black Clouds & Silver Linings
  10. Systematic Chaos
  11. Distance Over Time
  12. The Astonishing
  13. A Dramatic Turn Of Events – Dream Theater (κοινώς, shite).

Markos Skyrianos

Read Previous

Ακούγοντας δίσκους τον Φεβρουάριο (2019)

Read Next

Ακούγοντας δίσκους το Μάρτιο (2019)