
Καλωσορίσατε σε αυτό το αλλόκοτο παζάρι ήχων και ιστοριών, καλώς ήλθατε στο Carnival Bizarre. Πέρασαν 25 χρόνια αφότου οι Cathedral κυκλοφόρησαν το album το οποίο άλλαξε τους κανόνες του παιχνιδιού και τους έγειρε υπέρ τους. Το Carnival Bizarre είναι η αφετηρία πολλών πραγμάτων για την ιδιαίτερη μπάντα από το Detroit της Βρετανίας, το Coventry.
Σημαντική αφετηρία από αυτό τον τρίτο δίσκο των Cathedral ήταν η στελέχωση της μπάντας και η σταθερή συνεργασία της συγκεκριμένης τετράδας για τις επόμενες δεκαετίες! Μετά το πέρας του επίσης πολύ καλού Ethereal Mirror το 1993 ο τραγουδιστής, στιχουργός, ψυχάρα της μπάντας και ψυχάρα της σύγχρονης doom σκηνής Lee Dorrian μαζί με τον μπασίστα/κιθαρίστα Garry Jennings αποφασίζουν να χωρίσουν τα τσανάκια τους με τον Adam Lehan (κιθάρες) και τον Mark Ramsey Wharton (drums). Ειδικά με τον δεύτερο το “διαζύγιο” δε βγήκε με ωραίο τρόπο.
Το αρνητικό ήταν πως εκείνο τον καιρό έχουν την ευκαιρία να βγουν στο δρόμο σαν support των πατεράδων μας αλλά κατά κύριο λόγο των πατέρων του ήχου που πρέσβευαν οι Cathedral, των Black Sabbath. Προσλαμβάνουν δυο sessions μουσικούς και ακολουθούν πετυχημένα τη μπάντα που δημιούργησε το heavy metal. Η επιτυχία κρίνεται και στο ότι ο Tony Iommi τους γουστάρει τόσο που τους εκφράζει το θαυμασμό για τον ήχο τους και επίσης τους συμβουλεύει να συνεχίσουν με αυτό το ύφος. Όταν το λέει αυτό ένα από τα είδωλα σου τότε το βουλώνεις και τον ακούς ευλαβικά.
Οι Dorrian και Jennings μετά το πέρας της περιοδείας, ξεκινάνε τις audition και εν τέλει ανακαλύπτουν και συστήνονται με τους συνοδοιπόρους τους για το μεγαλύτερο υπόλοιπο της καριέρας τους. Το μπάσο αναλαμβάνει ο Leo Smee που θα αποχωρήσει το 2011 και πίσω από τα drums θα καθίσει ο Brian Dixon και θα δίνει αυτό το groovy ρυθμό μέχρι το τέλος των Cathedral, το 2013.

Υπό τις οδηγίες των παλιών ουσιαστικά η τετράδα αρχίζει να τελειοποιεί αυτό που είχε ξεκινήσει με διαφορετική σύνθεση το 1992 στο EP τους, το Soul Sacrifice. «Οι επιρροές από τα ‘70s γίνονταν όλο και πιο έντονες μέχρι το Carnival Bizarre. Από εκεί και έπειτα το πράγμα πήρε μόνο του το δρόμο» έχει αναφερθεί παλιότερα ο Lee Dorrian.
Στο Carnival Bizarre αυτό το μυστικιστικό κουαρτέτο δε σταματάει να χτίζει. Χτίζει πάνω σε κολοσσιαία riffs, πάνω σε ένα ασταμάτητο groove και σε μια πρωτοφανή ατμόσφαιρα. Οι στίχοι του Dorrian είναι υψηλής ποιότητας και εδώ φαίνεται το μεράκι του πρώην τραγουδιστή των Napalm Death.
Ο Dorrian είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο στη doom σκηνή τόσο με τους Cathedral, όσο και με την εταιρεία του (Rise Above Records). Σε βυθίζει σε κόσμους όπου ο ήλιος αρνείται να ανατείλει, σε ομιχλώδη μέρη που είναι “σκασμένα” από πλάσματα της νύχτας.
Αν πετύχεις κάπου το Carnival Bizarre αγόρασέ το μόνο για το artwork. Ο δημιουργός που φέρει το ονοματεπώνυμο Dave Patchett, εδώ ξεπέρασε εαυτόν. Η λεπτομερής και πλούσια αισθητική του artwork καθρεπτίζει με τον πιο ευθύ τρόπο το μουσικό μέρος του δίσκου.
Χρησιμοποίησα τον όρο “doom” αλλά μην αναμένεις να ακούσεις κλασσικές doom, πιο αργές και από το θάνατο, φόρμες. Το Midnight Mountain του προηγούμενου τους album, έδειξε το δρόμο στους εναπομείναντες τότε Cathedral.

Το Carnival Bizarre μπαίνει με τρία upbeat έπη και σαν άλλος Σπύρος Παπαδόπουλος αναφωνείς σαστισμένος «Τι έγινε ρε παιδιά;». Ο δίσκος μπαίνει τόσο μπαρουτοκαπνισμένος που αργότερα όταν παίρνουν το ραβδί του μαέστρου τα πιο doom και αργά τραγούδια υπάρχει κίνδυνος να πέσει επίπεδα και το ενδιαφέρον. Αν ήθελαν να κρατήσουν προσηλωμένο τον ακροατή ως το τέλος, ίσως έπρεπε να κάνουν ένα διαφορετικό καταμερισμό στα τραγούδια.
Το πακέτο όμως είναι μακέτο. Είναι από τα καλύτερα heavy rock album των ‘90s με ένα πακτωλό από heavy riffs που σε κάνει να νιώθεις σα να έχει πέσει ένας τεράστιος σταυρός πάνω σου. O Jennings είναι σε παραγωγική περίοδο όπως και όλη η μπάντα άλλωστε, γράφοντας τα καλύτερα riffs της καριέρας του.
Ένα από τα riffs στο δίσκο είναι και του Νονού, του Tony Iommi που κάνει guest στο Utopian Blaster και αυτή του η κίνηση υποδηλώνει πως “Tony Iommi approves”. Μετά το μπάχαλο του ίδιου έτους που ονομάζεται Forbidden, ο Iommi θα μπορούσε να εξιλεωθεί παίζοντας σε περισσότερα τραγούδια του Carnival Bizarre. Just sayin’.
Μιας και ανέφερα τους Sabbath, έρχεται στο μυαλό μου το Electric Grave και την όσο-πιο-Ozzy-μπορώ-να-γίνω φωνή του Lee Dorrian στο στίχο – σπόντα “Snowblind, we burn, we meditate” σε ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια των πιονέρων του heavy metal. Σε αυτό το τελευταίο τραγούδι καταλαβαίνεις τι σκοπό είχαν οι Cathedral, να πάρουν την αγάπη τους για τους Sabbath και να την διυλίσουν μέσα από ‘90s φίλτρα.

Η μεγάλη αγάπη για τις ταινίες τρόμου φέγγει δυνατά σε ουκ ολίγα τραγούδια μέσα στο Carnival Bizarre. Πρώτο πρώτο, το κλασσικό τους Hopkins (Witchfinder General), ένας εκτυφλωτικός φόρος τιμής στον Vincent Price και στο σημαντικό έργο του στο horror cinema.
Το υπέρτατο hit-τάκι τους περιέχει και samples από την αντίστοιχη ταινία του 1968. Το βίντεοκλιπ είναι ένα όργιο. Ξέχωρα από τις χορεύτριες και το ιδιαίτερο σκηνικό, δε βαριέσαι να βλέπεις τον Lee Dorrian να χτυπιέται, κάνοντας τις γνωστές του γκριμάτσες. Ο παλαβιάρης frontman των Cathedral πολλές φορές κατά τη διάρκεια του δίσκου ακούγεται άρρυθμος και άτονος χωρίς όμως αυτό να σε ξινίζει. Αναδύει μια ιδιόρρυθμη ομορφιά και ίσως το κάνει και επίτηδες. Είναι το σήμα κατατεθέν του.
Ταινιών τρόμου συνέχειας και το Night Of The Seagulls δε ξεχνάει να μας θυμίσει πόσο πολύ λατρεύουμε να φοβόμαστε τα ζόμπι, ενώ το Vampire Sun τα λέει όλα στον τίτλο. Το Palace Of Fallen Majesty είναι σαν να συνδέει το παρελθόν με το παρόν. Σαν ξένο σώμα θα μπορούσα να αναφέρω το Blue Light, το οποίο είναι διαφορετικό από τα υπόλοιπα. Αυτή όμως είναι και η μαγεία των Cathedral, δεν ξέρεις πότε και που θα εκπλαγείς, όπως άλλωστε και στις ποιοτικές ταινίες τρόμου.
Γιώργος Γράντης