The Marriage Of Heaven And Hell – Part II

«Ο γάμος είναι η μόνη περιπέτεια ανοιχτή και στους δειλούς» έχει αναφωνήσει ορθώς ο Voltaire. Πολλοί είναι αυτοί που δείλιασαν να δώσουν μια ευκαιρία στο πρώτο μέρος του The Marriage of Heaven & Hell των Virgin Steele στα μέσα των ‘90s. Δύσκολα όμως αντιστάθηκαν στο δεύτερο κεφάλαιο που τους επιφύλασσε η αμερικάνικη μπάντα με μπροστάρη τον David DeFeis και που αυτό τον τελευταίο μήνα του χρόνου έκλεισε 25 χρόνια.

Βλέπετε, όσο προχωρούσε η δεκαετία του ’90 ξέφτιζε σιγά σιγά το ηρωικό heavy metal. Οι νέοι στα ‘90s συναρπάζονται από τα τραχιά χαμηλοκούρδιστα riffs των Pantera και των Machine Head, ως τις αιθέριες φωνές του gothic metal συρφετού. Σε μπάντες όπως οι Virgin Steele έμενε ένα μηδαμινό κομμάτι της πίτας και κατά κύριο λόγο από τη μεριά της Γηραιάς Ηπείρου όπου το power metal άρχισε να βγάζει τα πρώτα άνθη toy (Rhapsody, HammerFall). Αντιθέτως από την απέναντι μεριά του Ατλαντικού το ενδιαφέρον είχε στερέψει ανεπιστρεπτί.

Αυτή η αποκαρδιωτική κατάσταση ουδόλως απασχολεί τον DeFeis ο οποίος έχει τα δικά του σχέδια. Λίγο πριν ξεκινήσει το πλάνο  για την τριλογία (!) του The Marriage of Heaven & Hell έχει επιστρέψει στο Πανεπιστήμιο για να σπουδάσει μουσική και να ανεβάσει το συνθετικό του επίπεδο. «Ήταν η έναρξη της αγαπημένης μου περιόδου με τους Virgin Steele. Ήμουν εμπνευσμένος και κατενθουσιασμένος» έχει αναπολήσει σε παλιότερη συνέντευξή του για εκείνα τα χρόνια το “μυαλό” πίσω από το Παρθένο Ατσάλι. Έχει ήδη κάνει μια εξαιρετική αρχή με το πρώτο μέρος του The Marriage of Heaven & Hell που ουσιαστικά ηχογραφήθηκε μαζί με τον διάδοχό του. Το σίγουρο ήταν πως δε σκόπευε να σταματήσει τώρα που η “πολεμική” μηχανή των Virgin Steele έχει μπει σε κίνηση και πάλι. «Ήθελα να το πάω σε άλλο επίπεδο, να ανέβω και εγώ level συνθετικά, μαζί μου και η μπάντα» τον έχουμε ακούσει να λέει σε παλιές του δηλώσεις. Μοχλός έμπνευσης για αυτή την τριλογία, που θα κατέληγε με το Invictus του 1998, δεν ήταν το γνωστό έργο του William Blake με τον αντίστοιχο τίτλο “The Marriage of Heaven and Hell”. Θα μπορούσε γιατί ήταν στο πεδίο συνθετικής δράσης του David DeFeis.  Ο ίδιος  αγνοούσε την ύπαρξή του, όπως έχει παραδεχθεί, μέχρι να του το αναφέρει ο drummer Frank Gilchriest, ο ένας από τους τρεις που έπαιξαν στο δεύτερο μέρος και που έμεινε στις τάξεις των Virgin Steele μέχρι το 2010. Ο DeFeis έχει ήδη καταπιαστεί με το concept και έχει γράψει το μεγαλύτερό του μέρος. Έπειτα κάθεται να διαβάσει το έπος του Blake, το οποίο του δίνει μια μικρή αχτίδα έμπνευσης όπως αναφέρει ο ίδιος, και πιθανό να εννοεί το τραγούδι Devil/Angel μεταξύ άλλων. «Από την αρχή έψαχνα να βρω έμπνευση σε διαμετρικά αντίθετους ορισμούς. Παράδεισος και Κόλαση είναι από τα κλασσικά παραδείγματα. Πιο είναι το πιο προφανές που προσπαθείς να ενώσεις, μα φυσικά τον Παράδεισο με την Κόλαση» έχει πει με ευθύτητα ο μαέστρος των Virgin Steele.

Στο πρώτο κεφάλαιο το Λιοντάρι των Virgin Steele γράφει τα περισσότερα τραγούδια μόνο του. Αυτός ο δίσκος χαρακτηρίζεται από τις ιδέες του αλλά και τη σημαντική συμβολή του Edward Pursino, κιθαρίστα του συγκροτήματος. Οι δυο τους “παντρεύουν” πολλά συστατικά μεταξύ τους τα οποία δε χρειάζεται να είναι εκ διαμέτρου αντίθετα. Ηρωισμός και ρομαντισμός συνταιριάζουν και το ατίθασο heavy metal αναμιγνύεται με μελωδικά πλήκτρα. Τα πλήκτρα παρότι ακούγονται κάπως φθηνά (το είχε η εποχή) συνοδεύουν ιδανικά το metal εγχείρημα. Έχουν σημαντικό ρόλο, χωρίς να κλέβουν την παράσταση και να μπαίνουν στο δρόμο κανενός.

Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στη φωνή του DeFeis. Εις σάρκα μιαν φέρνει τα οργισμένα και κοχλάζοντα φωνητικά με τις δροσερές αγγελικές του στιγμές. Ανοίγει αμέσως τους ασκούς της μελωδίας και σε κάθε τραγούδι ο ακροατής έχει το προνόμιο να ακούει μια μεγάλη γκάμα από μελωδικές γραμμές από το λαρύγγι του αμερικάνου τραγουδιστή. Ερμηνεύοντας σε σημαντικό βαθμό σε πρώτο ενικό πρόσωπο, ο DeFeis υποδύεται τον Endyamon που μοιράζεται την αθάνατη αγάπη του με την τραγική φιγούρα που φέρει το όνομα της Emalaith.

Στο Rising Unchained σε ταξιδεύει στην μυθολογία των Vikings και λίγο αργότερα, στο μέσο του δίσκου ακούς και ένα κομμάτι για τον Προμηθέα, το Prometheus the Fallen One, το οποίο στέκει σαν το πιο επικό του δίσκου, λόγω διάρκειας και κυρίως δομής. Έχει έντονη την Ανατολή στις κλίμακες του και διαφοροποιείται κάπως από τα υπόλοιπα τραγούδια. Σε αυτό το σχεδόν οκτάλεπτο τραγούδι ο frontman εκδύει την κλασσική του παιδεία.

Το Prometheus the Fallen One δεν είναι αυτοτελής ιστορία και συνδέεται με το concept. Στέκεται σαν το intro για το επόμενο τραγούδι που έχει το όνομα της ηρωίδας (Emalaith) με τον Pursino να «παντρεύει» με τη σειρά του και την κιθάρα του τα δυο πανέμορφα τραγούδια. Καθ’ όλη τη διάρκεια του δίσκου παρατηρείς σε στίχους και μελωδίες να συνδέεται το παρελθόν με το παρόν. Στο Emalaith εκτός από αυτό το κιθαριστικό παιχνίδι με το προηγούμενο track, ακούς σε ανύποπτο χρόνο τον DeFeis να αναρωτιέται “Is there a life among these ruins?”, ενώ μια στροφή πιο πριν αφουγκρασμένος τραγουδάει “I hear the weeping of the spirits”, εμφανής νύξη στα δυο τραγούδια του πρώτου δίσκου. Δε σταματάνε εδώ οι αναφορές στο Emalaith. Αυτό το σημαντικό τραγούδι έχει πολλά κοινά σημεία με το I Will Come For You που ανοίγει το The Marriage of Heaven and Hell Part I.

Autosave-File vom d-lab2/3 der AgfaPhoto GmbH

Το Prometheus the Fallen One θυμίζει στη δομή το έξοχο Twilight of the Gods, αλλά και το κομμάτι που κλείνει αυτή την επική συνουσία είναι μια παραλλαγή του βασικού θέματος του οργανικού The Marriage of Heaven & Hell από τον πρώτο δίσκο. Άποψή μου είναι πως το γεγονός να ανακατεύει μελωδίες και να χρησιμοποιεί στιχουργικές ενδείξεις ανάμεσα στους δυο δίσκους, ισχυροποιεί τον ορισμό του concept, όπως είναι και ο έρωτας του τραγικού ζευγαριού. Κάνει το δίσκο πιο ενδιαφέρον και όχι μονότονο.

Ένα έξτρα στοιχείο που επίσης δεν φέρνει μονοτονία στο δίσκο είναι και η πιο hard rock αισθητική σε τραγούδια όπως τα Devil/Angel και Unholy Water που θυμίζουν τις ‘80s στιγμές των Virgin Steele. Ίσως να ξίνισε σε πολλούς τότε αλλά αυτό το hard & heavy συναίσθημα δύσκολα το ξεγράφεις από παλιές καραβάνες που προέρχονται από τη δεκαετία του ΄80. Συν του ότι δε θα άντεχα να ακούω καθ’ όλο το album το Victory is Mine επί δέκα φορές.

Η δύναμη του concept φαίνεται και από το Victory is Mine που ενώ πηγαίνει για να γίνει hit, επιλέγεται τίμια να τοποθετηθεί σαν προτελευταίο τραγούδι του album. Δεν είναι απλά ένας γύρος θριάμβου που ο ήρωας ενώνεται με την ψυχή της αγαπημένης του εις τους αιώνες των αιώνων.  Λίγο πριν το φινάλε οι Virgin Steele φωνάζουν νικητές σαν μουσικοί και συνθέτες, στεκούμενοι όρθιοι κα περήφανοι. Ο DeFeis το έχει πάρει προσωπικά το θέμα και το πάθος του ξεχειλίζει σε κάθε στίχο που βγαίνει από μέσα του. Θέλεις να κάνεις πράξη το θέλημα του όταν σου ζητάει “Bury me beside the endless sea, raise my ashes to the wind” (Crown of Glory). Πιστεύεις κάθε κουβέντα του όταν ορκίζεται πως “I’ll tear the walls of Erebus down” στο Emalaith ή όταν απειλεί πως “I will return to wreak my vengeance” για να εκδικηθεί το θάνατο της αγαπημένης του στο ίδιο τραγούδι. Παρεμφερή vibes ένιωσα και στο I Will Come For You από το πρώτο The Marriage of Heaven and Hell.

Αυτοί οι δίσκοι είναι οι καλύτερες στιγμές του DeFeis σε στιχουργικό επίπεδο. Για να φορέσω και λίγο το προσωπείο του χατζημεταλλά, τολμώ να μπω σε παιχνίδια σύγκρισης και να δηλώσω πως είναι επίσης δίσκοι για τους οποίους θα πέθαιναν να κυκλοφορήσουν οι Manowar στα ‘90s. Κάπου στο ’94-’95 οι δυο μπάντες είχαν βγει και περιοδεία μαζί (τους πλαισίωσαν οι Uriah Heep).

Το δεύτερο μέρος του The Marriage of Heaven and Hell ήταν η ιδανική συνέχεια μιας μεγαλειώδους προσπάθειας σε χαλεπούς καιρούς για το παραδοσιακό Heavy Metal. Η περηφάνια πρέπει να είναι διπλή τόσο για τους δημιουργούς όσο και για τους οπαδούς για αυτές τις μεταλλικές συμφωνίες που κυκλοφόρησαν εκείνο το Δεκέμβριο του 1995.

Γιώργος Γράντης

admin

Read Previous

This. Is. The. Painkiller.

Read Next

A Social Grace