Rammstein – Rammstein (Germany) – 95
Ότι περίμενα να ακούσω ήταν εκεί. Οι ανεβαστικοί, σχεδόν χορευτικοί ρυθμοί, τα κοφτά riffs και οι electro-indutsrial ήχοι από τα πλήκτρα. Οι αναφορές σε συνθετικά μοτίβα του παρελθόντος (Du Hast και Ich Will ήταν τα πρώτα που μου ήρθαν στο μυαλό μαζί με κάποια άλλα), κι αυτές εκεί. Ακόμα και αυτά που δεν περίμενα να ακούσω, ήταν εκεί. Όπως για παράδειγμα το Diamant, η μοναδική καθαρή μπαλάντα του δίσκου (και μία από τις ελάχιστες μπαλάντες των Rammstein γενικότερα), όπου ο Lindemann κάνει με τον τρόπο του την γερμανική γλώσσα μελωδική, όσο «μελωδική» μπορεί να γίνει δηλαδή. Εν τέλει, 10χρονη αναμονή άξιζε τον κόπο. Και αν, όπως φημολογείται, αυτός είναι ο τελευταίος δίσκος τους, τότε αυτό το τέλος είναι το πλέον ιδανικό. Λ.Π.
Diamond Head – The Coffin Train (UK) – 85,5
Κακά τα ψέματα. Diamond Head ίσον Lightning To The Nations. Άντε και Borrowed Time, αν είσαι λίγο πιο «ψαγμένος». Αν ξεκολλήσεις όμως το μυαλό σου, αφήσεις τα 80’s και έρθεις στο σήμερα, θα βρεις ένα ανέλπιστα καλό και αξιοπρεπές album που αξίζει μια θέση στην δισκοθήκη σου. Με ωραίες μελωδίες, δυνατά riffs, όμορφα solos, μεστές ερμηνείες και χωρίς καμία προσπάθεια «αναβίωσης του ένδοξου παρελθόντος» και άλλα τέτοια. Ευθύ, μοντέρνο, καλογραμμένο και ψυχωμένο hard rock, που σε σημεία βαραίνει αρκετά και αποκτά μια «μεταλλική» επίστρωση. Αυτό και τίποτε άλλο. Λ.Π.
Haunt – If Icarus Could Fly (USA) – 58
Πέρα από τα μονότονα φωνητικά και την 80’s heavy metal ρετρολαγνεία, της οποίας η δόση είναι λίγο μεγαλύτερη από όσο θα άντεχα, το album είναι συμπαθητικό. Με καλή κιθαριστική δουλειά, ανεβαστικούς ρυθμούς και αρκετά σωστή παραγωγή. Ωστόσο, είναι ένα album που θα το ακούσεις μία, το πολύ δύο φορές και μετά θα το ξεχάσεις. Σε κανένα σημείο δεν άκουσα κάτι το ξεχωριστό, κάτι που να μου μείνει. Όσο για το συγκρότημα αυτό καθαυτό, χρειάζεται επειγόντως τραγουδιστή. Λ.Π.
Deathspell Omega – The Furnaces Of Palingenesia (France) – 77
Ηχητικά οι Deathspell Omega κάνουν αρκετά βήματα πίσω με αυτό το δίσκο, κινούμενοι εκ του ασφαλούς σε μονοπάτια που οι ίδιοι εχουν χαράξει στο παρελθόν. Λιγότερο απρόβλεπτοι στα θέματα τους, τόσο μάλιστα που σε σημεία μου δίνουν την αίσθηση της επανάληψης. Το δε avant-garde στοιχείο που χαρακτήριζε τις πιο πρόσφατες κυκλοφορίες τους είναι αρκετά περιορισμένο. Από την άλλη όμως η ποιότητα των συνθέσεων είναι τέτοια που απέχει πολύ από το να τις χαρακτηρίσω «μια από τα ίδια». Η ατμόσφαιρα είναι εφιαλτικά σκοτεινή και παγερή και όλο το album βγάζει έναν old school αέρα που εν τέλει με κέρδισε. Λ.Π.
Paul Gilbert – Behold Electric Guitar (USA) – 92,5
Σε γενικές γραμμές βαριέμαι τα ορχηστρικά album. Όχι από την αρχή, απλά στην πορεία η έλλειψη στίχων και η αντικατάσταση τους από υπερφλύαρα solos για να γεμίσουν οι συνθέσεις, με κουράζει. Εδώ όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ο Paul Gilbert, παρότι στην ουσία και αυτός σολάρει χωρίς σταματημό, το κάνει με τέτοιο τρόπο που δεν με «μπουκώνει». Είναι πραγματικά σαν να έχει γράψει «στίχους» για κιθάρα. Παράλληλα, οι εναλλαγές στις δυναμικές, τους ρυθμούς και τα ύφη (από το rock στο blues και απο εκεί στην jazz, στην funk και πάλι πίσω) γίνονται με τόσο αριστοτεχνικό τρόπο που και να θες, δεν μπορείς να βαρεθείς. Εξαιρετική δουλειά. Ένα από τα καλύτερα ορχηστρικά albums που έχω ακούσει τον τελευταίο καιρό. Λ.Π.
Texas Hippie Coalition – High In The Saddle (USA) – 73,04
Τίμιο southern metal με ίσες ποσότητες από power και groove. Επίσης, επιρροές από Pantera και Lynyrd Skynyrd φαίνονται σε πολλά σημεία. Αρκετά ξεσηκωτικές ενορχηστρώσεις που βοηθάνε. Και έξτρα πόντους για την πολύ ουσιαστική εκμετάλλευση της ιδιαίτερης χροιάς του Big Dad Ritch, κι ας μην έχει καμία φοβερή φωνάρα.
Death Angel – Humanicide (USA) – 67,34
Πρέπει να ομολογήσω πως το εναρκτήριο ομότιτλο τραγούδι είναι επικό. Εισαγωγή που κλιμακώνεται, thrash riff που σκοτώνει, γεμάτα φωνητικά, αλλά…
Είναι βετεράνοι και αυτό δεν μπορεί κανείς να τους το πάρει. Το θέμα είναι τι κάνουν με αυτή την εμπειρία. Και ενώ σε αρκετές περιπτώσεις κάνουν κάποια «κλασικά» πράγματα, υπάρχουν κάποιες στιγμές που γίνονται λίγο άτσαλοι. Για παράδειγμα το κάτι-σαν-breakdown στο Divine Defector δεν προκαλεί αυτό που πρέπει. All in all, αξιοπρεπής δουλειά. Αλλά κατώτερη των υπολοίπων που έχουν παρουσιάσει σε αυτό το δεύτερο μέρος της καριέρας τους.
Vader – Thy Messenger EP (Poland) – 50,47
Δυσκολεύομαι πολλές φορές να καταλάβω το σκεπτικό πίσω από τα ΕΡs διαφόρων συγκροτημάτων. Στο συγκεκριμένο ΕΡ οι Vader παρουσιάζουν 3 καινούρια (καλά) τραγούδια, μία επανεκτέλεση σε δικό τους τραγούδι (Litany) και μία ανούσια διασκευή στο Steeler των Judas Priest. Στο οποίο έχουν καταφέρει να ακούγονται σαν τους Grave Digger. Ανούσιο.
Royal Republic – Club Majesty (Sweden) – 72,12
Κατ’ αρχάς, μιλάμε για disco rock. Απλά, λιτά και απέριττα. Με ίση έμφαση σε disco και rock. Αρκετοί από τους κλασικούς disco ρυθμούς μαζί με σωστές, rock κιθάρες. Από εκεί και πέρα, feelgood διάθεση σε όλο το δίσκο, με σημαντικές δόσεις χιούμορ. Και κάποιες δόσεις χαβαλέ, γιατί χρειάζεται και αυτός. Αλλά, δεν γίνεται γελοίο. Αυτό που με έχει κολλήσει περισσότερο με το συγκεκριμένο δίσκο είναι το γεγονός ότι φαίνεται να τραγουδάει άλλος σε κάθε τραγούδι. Βασικά, μόνο από κυκλοφορίες του Mike Patton έχω να το ακούσω αυτό τόσο πετυχημένα.
Jess By The Lake – Under The Red Light Shine (Finland) – 83,05
Το 2012 κυκλοφόρησε το ντεμπούτο των Jess And The Ancient Ones. Είχα διαβάσει για αυτό το δίσκο και είχα ακούσει το Sulfur Giants από το site τους. Love at first sight. Κόλλησα με τη φωνή της Jess σε μεγάλο βαθμό. Οι συνθέσεις εκείνων των πρώτων 7 τραγουδιών μου καρφώθηκαν στο μυαλό και τις θεωρώ από τις υποκειμενικά διαχρονικότερες. Οι επόμενοι 2 δίσκοι ήταν καταδικασμένοι να ΜΗΝ ξεπεράσουν το ντεμπούτο. Και ξαφνικά, 7 χρόνια μετά, Jess By The Lake. Το solo project της Jess. Χωρίς occult στοιχεία, χωρίς καν το fuzz στον ήχο. Θα το χαρακτήριζα ως πιο pop, αλλά υπό το πρίσμα μίας τραγουδίστριας που τραγουδάει και σε μία occult μπάντα. Το πιο σημαντικό είναι ότι εδώ η Jess γράφει τα πάντα μόνη της. Και το αποτέλεσμα είναι ένας εξαιρετικός soft rock (αν υπάρχει τέτοια ορολογία) δίσκος. Με τη αγαπημένη φωνή της Jess.
Whitehorse/The Body – Whitehorse & The Body (International) –15,5
Ένα sludge/drone/doom συγκρότημα από τη μία και ένα experimental sludge/doom με noise και industrial στοιχεία συγκρότημα από την άλλη. Και όλοι μαζί να συνθέτουν. Το αποτέλεσμα είναι ένα άρρωστο, λασπωμένο και θορυβώδες συνονθύλευμα από παραμορφωμένες κιθάρες, τύμπανα και άναρθρες κραυγές που δεν βγάζει κανένα απολύτως νόημα. Τουλάχιστον στα δικά μου αυτιά. Λ.Π.
The Cranberries – In The End (Ireland) – 60,5
Σε συνθετικό επίπεδο το album συνοψίζει ό,τι έχει κάνει το συγκρότημα όλα αυτά τα χρόνια. Οι μελωδίες, άλλοτε πιο ανάλαφρες και άλλοτε πιο σκοτεινές, είναι ντυμένες με το χαρακτηριστικό μελαγχολικό ύφος των στίχων. Τα τραγούδια ακολουθούν ένα προς ένα τα μοτίβα και τις μανιέρες των προηγούμενων δίσκων μένοντας όμως μακριά από τις επιτυχίες του παρελθόντος στην πλειοψηφία τους. Μοναδικές εξαιρέσεις αποτελούν τα Lost, Wake Me When It’s Over και Crazy Heart. Το πρώτο για την σπαρακτική ερμηνεία της O’Riordan, ενώ τα άλλα δύο για το ελαφρώς πιο up tempo ύφος τους που σπάει κάπως την μονοτονία. Η αλήθεια όμως είναι ότι το συγκεκριμένο album έχει περισσότερο συναισθηματική, παρά καθαρά μουσική αξία. Λ.Π.
Emil Bulls – Mixtape (Germany) – 14,5
Πάντα θεωρούσα τα album διασκευών από τη μία ως εύκολη λύση όταν ένας καλλιτέχνης/συγκρότημα δεν έχει δουλέψει καινούριο υλικό και «πρέπει» να βγάλει κάτι, ή/και ως ευκαιρία για εύκολο χρήμα. Κοινώς «αρπαχτή». Στην προκειμένη περίπτωση όχι μόνο έχουμε να κάνουμε με μια αρπαχτή, αλλά και μια κακή αρπαχτή κιόλας. Βαρετές διασκευές σε κομμάτια γνωστών pop, indie και R&B καλλιτεχνών σε alternative/nu metal ύφος. Κάποια πολύ «δυνατά» ονόματα όπως οι Genesis, ο Billy Idol και οι Placebo μου τράβηξαν λίγο την προσοχή, αλλά οι διασκευές στα Jesus He Knows Me, Rebell Yell και Every You Every Me αντίστοιχα, μόνο γέλιο μου προκάλεσαν. Μοναδική εξαίρεση, η διασκευή στο Survivor των Destiny’s Child. Λ.Π.
Possessed – Revelations Of Oblivion (USA) – 89,5
Πραγματικά δεν περίμενα μετά από 32 χρόνια απουσίας (τα split, τις συλλογές και τα demo δεν τα μετράω) έναν τόσο καλό δίσκο από τους Possessed. Ό,τι απέμεινε δηλαδή από τους αρχικούς Possessed, δηλαδή τον Jeff Becerra. Βίαιο, οργισμένο και σαρωτικό thrash/death, με τις κιθάρες να κόβουν σαν ξυράφι και τα drums να σε χτυπάνε κατευθείαν στο στομάχι. Ό,τι κάνανε δηλαδή το ’85 και το ’86, με δύο όμως διαφορές. Πρώτον, η φωνή του Becerra ακούγεται λίγο πεσμένη σε σχέση με πριν, αλλά οκ (είναι και 51). Δεύτερον, η παραγωγή είναι καθαρότατη, καμία σχέση με τις χαώδεις καταστάσεις του παρελθόντος, χωρίς όμως να στερείται χαρακτήρα. Βέβαια, ο δίσκος θα μπορούσε να είναι λιγο μικρότερος σε διάρκεια. Η δομή των συνθέσεων είναι τέτοια που από τη μία δεν με άφησε να πάρω ανάσα, από την άλλη όμως με κούρασε από ένα σημείο και μετά. Κατά τα άλλα όμως, μια χαρά. Λ.Π.
Diviner – Realms Of Time (Greece) – 71,01
Ακούγοντας αρκετές φορές το δίσκο, έχω 2 απορίες μόνο. Η πρώτη είναι αν είναι η Diviner η χρυσή τομή μεταξύ των Iced Earth και του Ευρωπαϊκού power metal. Η δεύτερη είναι γιατί η χροιά του Παπανικολάου ακούγεται με τόσες διαφορές μεταξύ αυτού του δίσκου, των live με τους Rock ‘n’ Roll Children, και της πρόσφατης live εμφάνισής του με τους Battleroar?
Until Rain – Season V (Greece) – 57,86
Διαβάζω «δεξιά και αριστερά» ότι οι heavy στιγμές αυτού του δίσκου είναι οι πιο heavy στη δισκογραφία τους. Και αναρωτιέμαι, άλλο δίσκο ακούω εγώ; Γιατί στις «βαριές» στιγμές του δίσκου, ακούω απλώς βαριά παραμόρφωση, που δεν μου ταιριάζει ιδιαίτερα με τον υπόλοιπο δίσκο και τις εκάστοτε συνθέσεις. Μάλιστα, μπορώ να πάω στο άλλο άκρο και να χαρακτηρίσω το δίσκο ως τον πιο soft και safe της πορείας τους. Θεωρητικά υποτίθεται ότι «στηρίζει» μουσικά την 5η σεζόν της σειράς The Leftovers. Με τη διαφορά ότι δεν έχω δει ακόμα αυτή τη σειρά, οπότε χάνω το reference.
Breath After Coma – Woke Up In Babel (Greece) – 73,79
Πόσες φορές να έχει γραφτεί άραγε η φράση «δίσκος που θέλει πολλές ακροάσεις για να ωριμάσει στο μυαλό σου»; Σίγουρα μερικές χιλιάδες. Και αυτός ο δίσκος μπαίνει σε αυτή την κατηγορία. Γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Στις πρώτες ακροάσεις μου φάνηκε αδύναμος. Στις επόμενες όχι. Στις πρώτες μου φάνηκε επιτηδευμένος. Στις επόμενες συγκεντρωμένα χαλαρός. Μπερδεμένα πράγματα, που όμως μου αρέσουν γιατί με ιντριγκάρουν.
Dendrites – Grow (Greece) – 40,04
Στην αρχή αυτού του κειμένου θα έχετε ήδη διαβάσει για το καινούριο Texas Hippie Coalition. Και σε προηγούμενο θα έχετε διαβάσει για το ντεμπούτο των Heavy As Texas. Οπότε, αυτό που πρέπει να κάνετε αν έχετε ακούσει τους 2 προαναφερθέντες δίσκους, να μείνετε σε αυτούς για southern καινούριες κυκλοφορίες μέχρις στιγμής. Γιατί ο συγκεκριμένος δίσκος δεν τα καταφέρνει. Οι συνθέσεις πάνε να πούνε κάτι, αλλά λίγο οι φωνές που ακούγονται κάπως «ψεύτικες», λίγο η παραγωγή που είναι μουντή και «κόβει» από το τελικό αποτέλεσμα είναι αρκετά για να μην σε γεμίσουν. Ίσως την επόμενη φορά.
The Raconteurs – Help Us Stranger (USA) – 52,59
Πάντα ελέγχω ότι βγάζει ο Jack White, με όποιο σχήμα/μέσο/συγκρότημα. Αλλά η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία χρόνια δυσκολεύομαι όλο και περισσότερο να βρω και να καταλάβω το νόημα. Το στοίχημα πάντοτε με μπάντες σαν τους Raconteurs, είναι συνθέτες από διαφορετικά backgrounds να βρουν μεταξύ τους τη χρυσή τομή. Στο παρελθόν οι White και Benson την είχαν βρει σε πολλά σημεία. Σε αυτό το δίσκο όμως είναι πολύ λίγα δυστυχώς.
Lunar Shadow – The Smokeless Fires (Germany) – 68,70
Αυτό που προσπαθούν να κάνουν οι Lunar Shadow στις συνθέσεις τους, είναι ο βασικός λόγος που ασχολούμαι μαζί τους. Βασίζουν τις συνθέσεις τους στο ευρύτερο heavy metal, προσθέτουν πολλά στοιχεία στις κιθάρες από NWOBHM, και ολοκληρώνουν το «γλυκό» με πολλά στοιχεία από ακραίο metal, και συγκεκριμένα από melodic death και περάσματα από black. Μία ιδιαίτερη και σπάνια εφαρμογή progressive νοοτροπίας, χωρίς όμως τις τεχνικές ακροβασίες ή τον μεγάλο συναισθηματισμό αυτού. Το πρόβλημα είναι ότι ούτε αυτός ο τραγουδιστής είναι ο ταιριαστός για κάτι τέτοιο. Διότι, κακά τα ψέματα, με τα παραπάνω στοιχεία πολλών το μυαλό πάει στον King Diamond, που όντως θα ήταν ιδανικός για αυτούς, και που κανένας δεν τον πιάνει. Και εκεί είναι το μόνο μειονέκτημά τους, που είναι και ιδιαίτερα σημαντικό.
SOTO – Origami (USA) – 59,5
Ο δίσκος δεν είναι κακός, δεν είναι όμως και καλός. Στην καλύτερη περίπτωση είναι μέτριος. Οι ενορχηστρώσεις είναι γεμάτες, δομημένες με τέτοιο τρόπο ώστε να αναδεικνύουν τα φωνητικά (αναμενόμενο), και συγκριτικά είναι η πιο heavy δουλειά του Soto σε επίπεδο solo καριέρας. Συνθετικά όμως δεν προσφέρει κάτι το ιδιαίτερα ανδιαφέρον. Πέραν από το εναρκτήριο HyperMania και το ομότιτλο τραγούδι που ακολουθεί, η επόμενη ενδιαφέρουσα στιγμή του δίσκου είναι η διασκευή στο Give In To Me του Jackson. Οπου και εκεί, στην προσπάθεια να γίνει το τραγούδι πιο βαρύ, χάθηκε το λίγο το συναίσθημα της αρχικής σύνθεσης. Νομίζω εν τέλει ότι προτιμώ τον Soto ως τραγουδιστή σε συνθέσεις άλλων παρά τον ίδιο ως συνθέτη. Λ.Π.
Tanith – In Another Time (USA) – 58,5
Όπως δηλώνει και ο τίτλος του, ο δίσκος σε μεταφέρει σε μια «άλλη εποχή». Τα πάντα στο δίσκο, από την σύνθεση, τις ενορχηστρώσεις ως την παραγωγή, είναι βγαλμένα απ’ ευθείας από τα 70’s, όταν το hard rock βάρυνε περισσότερο και έγινε heavy metal. Σε αυτό ακριβώς το σημείο στέκεται ο ήχος των Tanith. Και πραγματικά σε εκείνη την εποχη ο δίσκος θα μπορούσε να είναι μια κυκλοφορία με αξιώσεις. Στο σήμερα όμως, παρά την αξιοπρεπή δουλειά που έχει γίνει σε όλα τα επίπεδα, και παρότι λατρεύω τον 70’s ήχο, ο συγκεκριμένος δίσκος μου ακούγεται περισσότερο «παλιακός» από ότι πρέπει. Λ.Π.
Spirit Adrift – Divided By Darkness (USA) – 76,5
Έχοντας σαν βάση τους το doom metal, οι Spirit Adrift δημιουργούν έναν πολυποίκιλο ήχο. Άλλοτε πατάνε σταθερά σε καθαρόαιμα doom metal μονοπάτια, όπως στα Born Into Fire και Angel & Abyss, και άλλοτε βγάζουν προς τα έξω έναν πιο κλασσικό heavy metal χαρακτήρα, όπως στο εναρκτήριο We Will Not Die. Στο δε τελευταίο κομμάτι, τα πλήκτρα εισάγουν και μια ελαφρια psych/prog rock πινελιά. Σίγουρα δεν διεκδικούν κανένα βραβείο πρωτοτυπίας. Σε πολλά σημεία οι συνθέσεις μου θύμισαν τις πρόσφατες δουλειές των Khemmis και των Pallbearer. Παρόλα αυτά όμως ο δίσκος είναι αξιοπρεπέστατος. Λ.Π.
Nordjevel – Necrogenesis (Norway) – 82,5
Norwegian Black Metal. Αυτές οι τρεις λέξεις πάντα μου προκαλούν ένα ζάρωμα στο στόμα και ένα «μαγκωμα» στην ψυχή. Ειδικά όταν συνοδεύονται με τη λέξη “trve” στην αρχή. Ο συγκεκριμένος δίσκος όμως μου άρεσε. Κατ’ αρχήν έχει παραγωγή για χειροκρότημα. Κατά δεύτερον, τα φωνητικά παρότι σκισμένα, δεν είναι αυτό το κλασσικό άναρθρο shrieking απ’ όπου δεν ξεχωρίζουν οι λέξεις από τα γρυλίσματα. Και τρίτον, οι συνθέσεις, παρότι τεχνικότατες, σε αφήνουν να αναπνεύσεις. Οι φρενήρεις ρυθμοί με τις δίκασες, τα blastbeats και τα πατροπαράδοτα σιδηροδρομικά riffs αφήνουν ουκ ολίγο χώρο, τόσο για κάποια ατμοσφαιρικά περάσματα όσο και για αρκετά mid tempo μέρη. Έτσι, παρά το γεγονός ότι επί της ουσίας δεν φέρνει κάτι καινούριο στο συγκεκριμένο ιδίωμα, ο δίσκος ακούγεται ευχάριστα και ξεκούραστα ακόμα και από αυτούς που (όπως εγώ) δεν έχουν και τις καλύτερες σχέσεις με το νορβηγικό black. Λ.Π.
Full Of Hell – Weeping Choir (USA) – 88,5
Με εξαίρεση το Rainbow Coil, κατάλοιπο του noise παρελθόντος της μπάντας, και το οπόιο το προσπέρασα χωρίς δεύτερη σκέψη, ο δίσκος είναι φανταστικός. Ισοπεδωτικός, κτηνώδης και όσο χαοτικός χρειάζεται γίνει το άκουσμα του επίπονο, αλλά όχι αφόρητο. Επιπλέον, οι συνθέσεις παρά τις μικρές διάρκειες είναι καλά δομημένες και βγαίνει νόημα. Η αγαπημένη μου βέβαια στιγμή είναι Armory Of Obsidian Glass. Όχι μόνο για την επικών διαστάσεων διάρκεια του, αλλά κυρίως για την sludge/doom αισθητική του. Στην πορεία της ακρόασης μου δημιουργήθηκε η εξής απορία: Έχω ακούσει αρκετό grindcore τώρα τελευταία που άρχισα να το συνηθίζω ή όντως ο δίσκος είναι τόσο καλός ώστε να μου αρέσει; Μάλλον ισχύουν και τα δύο. Λ.Π.
Howling Sycamore – Seven Pathways To Annihilation (USA) – 87,52
Οι συνθέσεις είναι ιδιαίτερα προκλητικές για το αυτί. Ειδικά όταν μπλέκονται μέσα τους και συνθέσεις από black/death (έχει μερικά φανταστικά blastbeats ο δίσκος). Και τα παρανοϊκά φωνητικά του McMaster δίνουν έναν ιδιαίτερο και «ανατριχιαστικό» τόνο σε όλο το δίσκο. Θα μπορούσα να μιλήσω για τον progressive δίσκο της χρονιάς αλλά είναι ακόμα Ιούλιος και αναμένουμε Tool και Psychotic Waltz. Οπότε…
Gygax – High Fantasy (USA) – 82,71
Οι Eric Harris και Bryant Throckmorton από τους Gypsyhawk, συνεχίζουν ως Gygax. Στο όριο μεταξύ hard rock και heavy metal, με πολλές αναφορές συνθετικά στους Thin Lizzy, και με συγκεκριμένο προσανατολισμό στους στίχους (!), με συνεχόμενες αναφορές σε RPG, που δεν είμαι ειδικός για να αναλύσω. Το αποτέλεσμα είναι διασκεδαστικό και ο δίσκος ακούγεται πολύ άνετα και ευχάριστα. Βοηθάει και το γεγονός ότι έχουμε να κάνουμε με 9 τραγούδια με συνολική διάρκεια κάτω από 30 λεπτά. Μπορεί να μοιάζουν με EP αυτά τα νούμερα, αλλά η αλήθεια είναι ότι ο δίσκος είναι κομμένος και ραμμένος για βινύλιο.
Lightning Born – Lightning Born (USA) – 28,21
Κάποιος αδαής μπορεί να πει ότι είναι εύκολο να γράψεις και να παίξεις doom metal. Απλώς, παίζεις πεντατονικές κλίμακες και παίζεις αργά. Και πολλά doom metal συγκροτήματα θα γελάσουν μαζί του. Το να γράφεις απλή αλλά εκφραστική μουσική είναι τέχνη. Το να γράφεις απλοϊκή και εύκολη μουσική, είναι απάτη. Και ειδικά όταν καταφέρνεις σε studio περιβάλλον να εκτεθείς και από την ίδια την τραγουδίστριά σου. Που η συγκεκριμένη έχει οριακά έκταση 5 νοτών, και μόλις πάει να κάτι το «κάτι παραπάνω», χάνει την κλίμακα και φαλτσάρει. Ξαναλέω, σε συνθήκες studio. Δηλαδή, θέλουν να πιστέψουμε ότι αυτό το αποτέλεσμα είναι τα καλύτερα takes για αυτές τις 11 απλοϊκότατες συνθέσεις;
Ravensire – A Stone Engraved In Red (Portugal) – 71,72
Επικό heavy metal, με την σωστή θεματολογία και στους στίχους για να είναι πλήρες το πακέτο που θέλουν προσφέρουν. Η καταγωγή δεν αποτελεί τροχοπέδη σε κανένα σημείο του δίσκου. Βασικά, δεν φαίνεται. Αντιθέτως βρίσκω το ηχητικό αποτέλεσμα ιδιαίτερα «αμερικάνικο», και μου αρέσει. Υπάρχει μόνο ένα θέμα. Η χροιά του Rick Thor είναι ιδιαίτερη. Σε κάποια τραγούδια, έτσι όπως είναι αυτά στημένα, ταιριάζει απόλυτα και τα απογειώνει. Υπάρχουν όμως κάποια σημεία που τα μέρη των τραγουδιών δεν ταιριάζουν με αυτή τη βραχνή και δυνατή φωνή. Εκεί λίγο χάνει κάποιους πόντους ο δίσκος, αλλά όχι αρκετούς για να αποκλειστεί.
The Aristocrats – You Know What? (USA) – 87,45
First things first, πρόκειται για έναν δίσκο που απευθύνεται σε μουσικούς. Και δεν εννοώ το 85% των ακροατών metal μουσικής που είναι τουλάχιστον ερασιτέχνες μουσικοί. Εννοώ το πολύ μικρό ποσοστό που ακούγοντας το δίσκο θα ακούσουν μία κλίμακα μέσα σε κάποιο τραγούδι και θα γελάσουν γιατί θα καταλάβουν το αστείο. Τυπικά δεν ανήκω σε αυτή την κατηγορία, αλλά με αρκετό διάβασμα κριτικών και συνεντεύξεων, βρήκα κάποια σημεία που πιάνω το αστείο. Από εκεί και πέρα, άρτια συντεθειμένο και εκτελεσμένο jazz/progressive rock.
Fleshgod Apocalypse – Veleno (Italy) – 88,5
Χειμαρρώδη riffs, καταιγιστικά drums με το triggering να πηγαίνει σύννεφο (σε διάφορες μάλιστα ταχύτητες), παρέα με βιολιά, τσέλα και πνευστά. Και από την άλλη συνδυασμός καθαρών φωνητικών (οπερετικών και μη) με βάναυσα growls. Και όλα αυτά ενορχηστρωμένα με μεθοδολογία κλασσικής μουσικής. Οι Fleshgod Apocalypse δεν παρεκκλίνουν ούτε λίγο από την πεπατημένη του symphonic technical death metal τους. Και δεν χρειάζεται κιόλας. Για άλλη μια φορά κυκλοφορούν ένα δίσκο που παίρνει κεφάλια και αυτό μου αρκεί. Λ.Π.
Kampfar – Ofidians Manifest (Norway) – 45,5
Το εκπληκτικό εξώφυλλο με προετοίμασε για κάτι το πολύ καλό. Δυστυχώς, η συνέχεια δεν ήταν αντάξια της πρώτης εντύπωσης. Ατμοσφαιρικό και σκοτεινό το black metal των Kampfar, πλην όμως καθ’όλα τυπικό, προβλέψιμο και εν τέλει αδιάφορο. Απο το τρίτο κιόλας τραγούδι σταμάτησα να παρακολουθώ τι γίνεται στο δίσκο και άρχισα να κάνω άλλα πράγματα. Στο τέλος δεν κατάλαβα πότε τελείωσε. Λ.Π.
Sxuperion – Endless Spiritual Embodiment (USA) – 83,5
Η προσωπική μου εμπειρία από τα one man projects λέει ότι όταν κάποιος αναλαμβάνει τα πάντα, συνήθως κάτι δεν θα κάνει σωστά. Εδώ όμως δεν συμβαίνει αυτό. Ο Lord Sxuperion έχει μελετήσει τα πάντα με ακρίβεια, προσέχοντας μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια. Το βασικό του όργανο είναι τα drums, τα οποία υποφέρουν κάτω από το μανιασμένο παίξιμο του. Αξιοπρόσεκτη ωστόσο είναι και η κιθαριστική του δουλειά, με αρκετά μελωδικά leads και solos να παρεμβάλλονται ανάμεσα στα tremolo picking riffs. Το καλύτερο στοιχείο όμως του δίσκου είναι η ανατριχιαστική ατμόσφαιρα, ειδικά στα πιο ήρεμα μέρη των τραγουδιών. Τα βαριά growls αντικαθίστανται από spoken φωνητικά και ηχητικά samples και το σκηνικό μοιάζει σαν να έχει βγεί από ταινία τρόμου. Από τις πιο ιδαίτερες και ενδιαφέρουσες death/black metal κυκλοφορίες που έχω ακούσει τον τελευταίο καιρό. Λ.Π.
Destroyer Of Light – Mors Aeterna (USA) – 91
Ο τρίτος δίσκος των Destroyer Of Light είναι και ο πιο φαρμακερός τους. Candlemass-ικό doom metal, με γεναίες δόσεις από stoner, άρτια εκτελεσμένο, βαρύ και ασήκωτο. Με εκπληκτικές κιθάρες, παχιές μπασογραμμές που γεμίζουν το χώρο, μακρόσυρτο drumming και με ένα από τα πιο ταιριαστά, για τον χώρο, θέματα στους στίχους. Τον θάνατο και τη μετάβαση του ανθρώπου στον κάτω κόσμο. Η μόνη ατυχία του είναι ότι βγήκε την ίδια χρονιά με το νέο album των Candlemass. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα μπορούσα να τον χαρακτηρίσω ως την καλύτερη doom κυκλοφορία για φέτος. Λ.Π.
Blindead – Niewiosna (Poland) – 18,5
Πολύ περίεργος, στριφνός και δύσκολος δίσκος. Μουσικά κινείται μεταξύ του progressive, του doom, του sludge και του industrial, περασμένα από ένα post φίλτρο. Στην ακρόαση δεν βοήθησαν ούτε τα άλλοτε spoken και άλλοτε σκισμένα φωνητικά, ούτε οι στίχοι που είναι στα πολωνικά και δεν βγάζουν νόημα ούτε αν τους μεταφράσεις. Για το μόνο που είμαι σίγουρος είναι ότι χρειάζεται παραπάνω από μία ακροάσεις για να τον καταλάβει κανείς. Εγώ όμως δεν προτίθεμαι να το κάνω. Λ.Π.
Thank You Scientist – Terraformer (USA) – 81,99
Αυτή είναι η πρώτη μου επαφή μαζί τους. Και το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Progressive rock με πολλά πρόσθετα στοιχεία από jazz. Συνθετικά έρχονται πολύ κοντά στους The Mars Volta. Φωνητικά είναι πολύ (μα πάρα πολύ) στους Coheed & Cambria, λόγω της ομοιότητας της χροιάς του Marrano με τον Sanchez. Και μάλιστα, το συγκρότημα βγάζει τους δίσκους του από την Evilink Records του Sanchez.
Organectomy – Existential Disconnect (New Zealand) – 55,39
Από τη μία έχουμε καλά riffs, καλή δουλειά στις δομές των τραγουδιών, και επαρκούντως σάπια φωνητικά. Από την άλλη, τα breakdowns δεν εντυπωσιάζουν κανέναν, η παραγωγή είναι απίστευτα μπουκωμένη και τα breakdowns δεν ξεχωρίζουν. Οπότε, μία μετριότητα. Και όλα αυτά σε έναν δίσκο brutal death metal. Δεν είναι εύκολο να βγει ένας εντυπωσιακός brutal death metal δίσκος. Υπάρχουν όμως κάποια βασικά «κουτάκια» που πρέπει να μπορείς να τικάρεις ακούγοντας έναν καινούριο. Και εδώ τικάρουμε τα μισά μόνο.
Bloody Hammers – The Summoning (USA) – 43,66
Και είχαν ξεκινήσει τόσο ωραία και καλά. Και ήταν καλοί στο doom metal που έπαιζαν. Αλλά μετά, τους βγήκε ένα goth στυλ που δεν μπορώ να καταλάβω. Δεν μπορώ να καταλάβω πως ακριβώς προέκυψε αυτό. Δεν έχω παρακολουθήσει και όλη τους την πορεία μέχρι εδώ, αλλά το «άλμα» μοιάζει μεγάλο. Και, έχω το πρόβλημα της εξειδίκευσης. Μου άρεσαν οι Bloody Hammers επειδή έπαιζαν doom metal. Μου άρεσαν γιατί είχαν επηρεαστεί από τους Black Sabbath και αυτό φαινόταν, χωρίς να αντιγράφουν. Αν ήθελα να ακούσω ένα συγκρότημα που παίζει gothic metal (περίπου) με τα πλήκτρα να είναι synths που μία βάζουν «πλάτες» για τη σύνθεση, και μία αναλαμβάνουν πρωταγωνιστικό ρόλο, δεν θα επέλεγα τους Bloody Hammers. Γιατί υπάρχουν μπάντες που αυτό, το κάνουν καλύτερα από ότι οι Bloody Hammers.
The Black Keys – Let’s Rock (USA) – 52,34
Σε γενικές γραμμές είναι ένας αξιοπρεπής δίσκος. Έχει κάποιες στιγμές που θα τις χαρακτήριζα ως «μέσο όρο», και κάποιες που ξεχωρίζουν. Όμως, όταν λαμβάνω υπόψιν μου ότι ο προηγούμενος δίσκος ήταν 5 χρόνια πίσω, και ότι έκαναν αυτό το κενό επειδή (όπως δήλωσαν) είχαν «καεί» και ήθελαν ένα τέτοιο διάλειμμα, το αποτέλεσμα χαρακτηρίζεται ως μέτριο. Έχουν δείξει στο παρελθόν ότι είναι ταλαντούχοι συνθέτες και οι 2 τους. Το συγκεκριμένο αποτέλεσμα όμως, δεν τους τιμάει. Είναι μέτριο.
Bloodred Hourglass – Godsend (Finland) – 77,60
Βαθιά Σουηδικό melodic death metal, με πάρα πολύ καλή δουλειά στις κιθάρες σε κάθε επίπεδο. Επίσης, πάρα πολύ εύστοχη και εμπνευσμένη χρήση πλήκτρων σε όλο το δίσκο. Ναι, φέρνουν στο μυαλό πολύ τους Amorphis, αλλά η αλήθεια είναι ότι η Σουηδική σκηνή φαίνεται να έχει επηρεάσει πολύ σε συνθετικό επίπεδο, ενώ οι Amorphis σε επίπεδο παραγωγής. Αν μη τι άλλο, ένας ουσιαστικός melodic death δίσκος.
Aseethe – Throes (USA) – 95,5
Το Throes είναι η πρώτη μου επαφή με τους Aseethe. Είχα διαβάσει από πριν ότι το συγκρότημα παίζει κάτι ανάμεσα στο drone και το doom, οπότε περίμενα να ακούσω κάτι το πολύ αργό. Έτσι και έγινε. Οι συνθέσεις κινούνται σε απελπιστικά αργούς ρυθμούς, όμως είναι ΤΣΑΝΤΙΣΜΕΝΕΣ. Κάθε νότα και κάθε χτύπημα στα drums βγαίνει από τα ηχεία με σκοπό να σε ποδοπατήσει, και το πετυχαίνει. Όσο για τα φωνητικά, έχω να πω πως εκεί έξω υπάρχουν death, black και grindcore δίσκοι με λιγότερο λυσσασμένα φωνητικά. Μοναδική εξαίρεση το Suffocating Burden ακριβώς στη μέση του δίσκου, που με το κλειστοφοβικό βουητό του λειτουργεί σαν από τη μία σαν διάλειμμα και από την άλλη σαν προπομπός για το δεύτερο κύμα της βίας. Περιττό να πω ότι έχω ήδη αρχίσει να ψάχνω και την υπόλοιπη δισκογραφία τους. Λ.Π.
Morrissey – California Son (UK) – 55
Album διασκευών και από τον Morrissey. Τα τραγούδια αυτά καθαυτά, τόσο στις original, όσο και στην διασκευασμένη μορφή τους με άφησαν παγερά αδιάφορο. Δεν μπορώ όμως να μην αναγνωρίσω ότι ο Morrissey και οι συνεργάτες του έχουν κάνει φοβερή δουλειά τόσο στην ενορχήστρωση όσο και στην παραγωγή, κάνοντας τα τραγούδια να ακούγονται σαν να τα έχει γράψει και συνθέσει αυτός. Παρόλα αυτά όμως το θεωρώ ανούσια ή/και επιτηδευμένη κυκλοφορία. Ίσως όχι για τα χρήματα, μάλλον για να εξυπηρετήσει άλλες σκοπιμότητες, μιας και ο Morrissey έχει διασκευάσει τραγούδια και καλλιτέχνες περισσότερο δημοφιλείς στις ΗΠΑ παρά οπουδήποτε αλλού. Λ.Π.
Valley Of The Sun – Old Gods (USA) – 83,5
Στον τρίτο τους δίσκο οι Valley Of The Sun βάζουν λίγη παραπάνω ψυχεδέλεια στο stoner τους, χωρίς όμως να αποποιούνται τις Queens Of The Stone Age και Kyuss επιρροές τους. Παράλληλα, η θεματική των στίχων τους ασχολείται με ινδουιστικές και βουδιστικές θεότητες. Οι συνθέσεις άλλοτε κινούνται σε πιο αργούς και υπνωτιστικούς ρυθμούς όπως στο Into The Abyss και άλλοτε πατάνε ελαφρά το γκάζι όπως το Dim Vision. Το αποτέλεσμα είναι ένας ποικιλόμορφος και άκρως ενδιαφέρων δίσκος με πολύ όμορφες μελωδίες και απίστευτο groove που με κράτησε καθηλωμένο από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Λ.Π.
Disparager – Existential Dread (USA) – 57,5
Μελωδικό, ατμοσφαιρικό και συναισθηματικά φορτισμένο album. Θεωρώ όμως ότι είναι ηχητικά ατελές. Μοναδική διέξοδος για όλη αυτή τη συναισθηματική φόρτιση ώστε να ξεσπάσει είναι τα φωνητικά. Όταν αλλάζουν από καθαρά σε harsh, ο τραγουδιστής αφήνει και την ψυχή του πάνω στο μικρόφωνο. Δυστυχώς όμως τα υπόλοιπα όργανα δεν υιοθετούν την ίδια επιθετική στάση κι έτσι δεν υπάρχει το αντίστοιχο ξέσπασμα και εν τέλει το αποτέλεσμα, αν και μελωδικό είναι τελείως άνευρο. Λ.Π.
Earth – Full Upon Her Burning Lips (USA) – 74,5
Τον συγκεκριμένο δίσκο τον άκουσα σε δύο φάσεις. Στα μισά περίπου έκανα μια παύση και συνέχισα μετά από κάποια ώρα. Όχι γιατί αυτό που κάνουν οι Earth είναι υπερβολικά περίπλοκο και δυσνόητο. Ακριβώς το αντίθετο. Αυτός ο μινιμαλισμός του τύπου «παίρνω ένα riff 4-5 νοτών και το επαναλαμβάνω για Χ φορές και αν έχω κέφια του προσθέτω μια-δυο παραλλαγές» με κούρασε από ένα σημείο και μετά. Ευτυχώς, ο ήχος είναι πιο «φιλικός» σε σχέση με το θορυβώδες και lo-fi παρελθόν του συγκροτήματος. Με πιο ήπια παραμόρφωση στις κιθάρες, πολλά πρόσθετα ψυχεδελικά στοιχεία και σε σημεία με παράξενους τονισμόυς στα drums. Σαν άκουσμα όχι κι άσχημο, σε μικρές πάντα δόσεις. Λ.Π.
Big Big Train – Grand Tour (UK) – 58,5
Σε γενικές γραμμές ενδιαφέρον άκουσμα, δεν μπορώ να πω όμως ότι εντυπωσιάτηκα ιδιαίτερα. Μελωδικό και ανάλαφρο στην ακρόαση progressive rock από τους Big Big Train. Με όσες «ακροβασίες» χρειάζονται ίσα ίσα για να μη βαρεθείς. Οι ενορχηστρώσεις τους αρκετά γεμάτες και οι μεταβάσεις από τα πιο γρήγορα και δυνατά μέρη στα πιο λυρικά και αντίστροφα είναι αρκετά έξυπνες. Τα δε πολυεπίπεδα φωνητικά δίνουν μια ελαφριά μουσικοθεατρική αίσθηση. Από εκεί και πέρα όμως, μετά την ακρόαση δεν μου έμεινε κάτι το αξιοσημείωτο. Λ.Π.
Black Mountain – Destroyer (Canada) – 49,5
Ενώ συνθετικά δεν είναι άσχημο, κάτι έχει να πει, η παραγωγή στα πλήκτρα είναι τόσο άθλια (ή ανύπαρκτη για να είμαι πιο ακριβής) που εκνευρίστηκα. Μόλις και μετά βίας κατάφερα να ακούσω όλο το δίσκο. Τα πλήκτρα ακούγονται σε ανεκτό επίπεδο, χωρίς να καλύπτουν ακόμα και τα leads των κιθάρων, μόνο σε δύο σημεία. Στο Closer To The Edge και στο Licensed To Drive. Ειλικρινά δεν ξέρω τι περνούσε από το μυαλό αυτού που έκανε τη μίξη και το mastering. Λ.Π.
Drastus – La Croix De Sang (France) – 36,5
Δεν είχα ιδέα για αυτούς. Όταν διάβασα ότι πρόκειται για one man project που παίζει black metal και ότι ο συγκεκριμένος δίσκος είναι μόλις ο δεύτερος και μάλιστα με διαφορά 15 χρόνια από τον πρώτο, άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια. Για καλή μου τύχη, έχει καλύτερη παραγωγή από τον προκάτοχο του. Δυστυχώς όμως, αυτή είναι η μόνη διαφορά και το μόνο καλό του δίσκου. Κατά τ’άλλα, τυπικότατο black metal, προβλέψιμο μέχρι αηδίας και με τόσα blastbeats και tremolo pickings που φτάνουν να πάρεις και στο σπίτι σου. Κάπου κάπου, οι συνθέσεις αφήνουν το γκάζι (μη γίνουμε και τελείως μονότονοι). Τα drums γυρνάνε σε απλές δίκασες, τα riffs να γίνονται λιγότερο χαοτικά και «έτσι για την ατμόσφαιρα» μπαίνουν και κάποια πλήκτρα και κάποια chanting vocals. Όταν αποφασίσει ο εν λόγω καλλιτέχνης να εξελίξει λίγο το songwriting του (σε καμιά 15αριά χρόνια δηλαδή), τα ξαναλέμε. Λ.Π.
Archivist – Triumvirate (International) – 92,5
Δεν ξέρω τι με καθήλωσε περισσότερο στον δίσκο. Η τέλεια δομημένη μουσική που παντρεύει το black metal με το post ή το όλο “the fall of humanity” background των στίχων. Ατμοσφαιρικός, μελωδικός, μα και ταυρόχρονα βίαιος, με κάθε νότα, και κάθε στίχο να είναι στρατηγικά τοποθετημένο. Είναι by far ένας από τους πιο εγκεφαλικούς και «πειραγμένους» δίσκους που έχω ακούσει φέτος και χρειάζεται αρκετές ακροάσεις για να μπορέσει κανείς να κατανοήσει όλα του τα επίπεδα. Λ.Π.